Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Υπαρχουν «Ριχαρδοι» στις Δημοκρατιες της Δυσης;

Μια κριτική πριν 51 ολόκληρα χρόνια ταιριάζει γάντι στη παράσταση του σαιξπηρικού «Ριχάρδου του Γ΄» -με τον Κevin Spacey στον ομώνυμο ρόλο- στη σκηνή του ιστορικού θεάτρου The Old Vic του Λονδίνου. «Φυσικά, η σκηνική ερμηνεία ενός τόσο κολοσσιαίου έργου παρουσιάζει μέγιστες δυσκολίες συνεπώς ένας θίασος δεν επιτρέπεται ν΄ αποφασίσει το ανέβασμά του αν δεν καλοσταθμίσει τις δυνατότητές του. Και πρώτα χρειάζεται ένας πρωταγωνιστής ολκής, που να επωμισθεί τον δυσκολότατο ρόλο του κεντρικού ήρωα».

Το κείμενο υπογράφεται από το συγγραφέα Μ. Καραγάτση με αφορμή το ανέβασμα του σαιξπηρικού δράματος στη σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου και σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή (ο οποίος κράτησε για τον εαυτόν του και το ρόλο του Ριχάρδου).

Και δεν είναι μόνον η προϋπόθεση της ύπαρξης ενός «πρωταγωνιστή ολκής» για ένα επιτυχημένο σκηνικό αποτέλεσμα αλλά και «ο ρεαλιστικός τόνος (…), ο ξεκαθαρισμένος από κάθε άτοπο στόμφο η ρητορισμό». Το στοιχείο αυτό ο Καραγάτσης το πιστώνει στον Μινωτή και είναι ειλικρινής ως προς την κρίση του. Έτσι κι αλλιώς, λίγες γραμμές παρακάτω ο συγγραφέας αποκαλύπτει το ουσιαστικό του ερέθισμα: « Έτυχε προ ετών να δω τον «Ριχάρδο Γ'» στο θέατρο «Όλντ Βηκ» του Λονδίνου, με πρωταγωνιστή τον Λόρενς Όλιβιερ – τον μέγιστο ηθοποιό του καιρού μας. Θέαμα και ακρόαμα συγκλονιστικό! Εκείνο όμως που μου έκανε βαθύτατη εντύπωση ήταν η λιτότης της ερμηνείας. Όπως άνοιξε η αυλαία ο Ριχάρδος Γ' (Λόρενς Όλιβιερ) προχώρησε στο προσκήνιο για να πει τον περίφημο μονόλογο και τον είπε με απόλυτη φυσικότητα, ωσάν να εκμυστηρευόταν τα μυστικά σχέδιά του σε κύκλο φίλων, μεταξύ τυριού και αχλαδιού».

Αν …σβήναμε το χρόνο και αλλάζαμε ονόματα η κριτική του Καραγάτση θα ήταν και πάλι επίκαιρη και κυρίως θα έβρισκε τον στόχο της.Και ως προς την προσέγγιση του σκηνοθέτη Sam Mendes και ως προς την ερμηνεία του Kevin Spacey . Άλλωστε, ο τελευταίος δεν είναι παρά ένας «πρωταγωνιστής ολκής» που με την βοήθεια του φίλου και συνεργάτη Mendes δεν καταφέρνει απλώς να «διερευνήσει την σκοτεινή πλευρά» του ρόλου αλλά να αποδείξει ότι ο σαιξπηρικός «Ριχάρδος» δεν είναι μια φιγούρα του απώτατου ιστορικού παρελθόντος ή ένα από τα χιλιάδες κομμάτια του πάζλ της αγγλικής ιστορίας.

Ο δικός του «Ριχάρδος» - με την συνδρομή του Mendes- είναι ένα αυτοκρατορικό αρχέτυπο που μπορεί να συναντά και να διαλέγεται εποχές και πρόσωπα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους αλλά και τόσο όμοια.

Η έκφραση «αυτοκρατορικό αρχέτυπο» -μια έκφραση κλειδί για την πληρέστερη κατανόηση του στόχου του Mendes- ανήκει σε ένα γνωστό Βρετανό δημοσιογράφο- τον Simon Tisdall, Foreign Affairs Columnist & Assistant Editor της εφημερίδας The Guardian. O Tisdall υπογράφοντας ένα κείμενο με τον τίτλο «Trail of Tyranny» -φιλοξενείται στο πρόγραμμα της παράστασης- προσδιορίζει το πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα του σκηνικού εγχειρήματος. Αλλωστε, το κείμενο του διανθίζεται με φωτογραφίες του Καντάφι, του Μουμπάρακ αλλά και της βορειοκορεατικής κομμουνιστικής δυναστείας των Κιμ έτσι ώστε να μην υπάρχει καμία μα καμία παρανόηση για τους προσανατολισμούς της παράστασης και τις συσχετίσεις που εκείνη παράγει, προβάλλει και υπερασπίζει.

Σε κάθε περίπτωση, η συσχέτιση του «Ριχάρδου» με τον Καντάφι, τον Μουμπάρακ και τους Κιμ δεν είναι μια αυθαίρετη πρωτοβουλία του δημοσιογράφου Tisdall αλλά ένα συστατικό στοιχείο του πυρήνα της προσέγγισης του δίδυμου Mendes- Spacey. Στο πρόγραμμα της παράστασης φιλοξενείται μια συνομιλία των δύο φίλων και συνεργατών – το κείμενο φέρει τον τίτλο «Exploring the dark site»- όπου και οι δύο καταγράφουν με πολύ αναλυτικό τρόπο τις απόψεις τους.

O Mendes υποστηρίζει ότι το δημιούργημα του Σαίξπηρ είναι «ένα από τα πρώτα σπουδαία πορτραίτα των δικτατόρων της σύγχρονης εποχής». Ένα πορτραίτο που αντέχει στο χρόνο και έρχεται να «κουμπώσει» με τις φιγούρες που κοσμούν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, τις φιγούρες του Καντάφι ή του Μουμπάρακ.

Στην ίδια κατεύθυνση ο Spacey επισημαίνει: « Όταν θέτεις τον ρόλο σε ένα σύγχρονο πλαίσιο - και θα μπορούσε στη θέση του να βρεθεί κάποιος που φέρνει στον Καντάφι ή τον Μουμπάρακ- καθίσταται περισσότερο από εμφανές το πόσο πολύ ο Ριχάρδος ο Γ΄ σχετίζεται με τον τύπο της προσωπικότητας του, με τα media και την χειραγώγηση, τις συμμαχίες και τις μικροπρεπείς ζηλοτυπίες. Επιπλέον, ο ίδιος βρίσκει εξόχως συναρπαστικό το γεγονός του τι αντιλαμβάνεται και το τι αποκρυπτογραφεί ένα σύγχρονο ακροατήριο, ακόμη και εάν δεν γνωρίζει και τόσο καλά τον Σαίξπηρ.

Υπερβαίνοντας και τους δύο, ο Tisdall στο δικό του κείμενο αναφέρεται στους παράλληλους βίους του Ριχάρδου και του Καντάφι ως προς την κατάληψη της εξουσίας. Το πραξικόπημα του νεαρού Συνταγματάρχη και των συντρόφων του το 1969 στην Τρίπολη της Λιβύης που κατέληξε στην κατάργηση του βασιλικού καθεστώτος και στην εκδίωξη του βασιλιά Ιντρις παρομοιάζεται με την αιματηρή προσπάθεια του Ριχάρδου και των ευκαιριακών συμμάχων του να καταλάβουν την εξουσία.

Σε κάθε περίπτωση, το δίδυμο Mendes- Spacey μένει πιστά προσηλωμένο στο ίδιο το κείμενο, αφήνοντας κατά μέρος τους πειρασμούς μιας μοδάτης προσέγγισης- έτσι κι αλλιώς, δεν τους χρειάζεται καμιά ένθεση, αλλοίωση ή παράκαμψη. Τα δικά τους σχόλια έχουν να κάνουν τόσο με την ερμηνεία του Spacey όσο και με την ευρύτατη χρήση όλων των διαθέσιμων τεχνολογικών μέσων αλλά και την αξιοποίηση της κινηματογραφικής τεχνογνωσίας– το πανταχού παρών video, οι μεγάλες οθόνες που φέρνουν στο νου τον οργουελικό Μεγάλο Αδελφό, οι υπαινικτικές πινελιές για τα media, τα τσαλιμάκια με την Ιστορία όπως οι τυμπανιστές ως σκηνή από την ναζιστική εποχή ή το κρέμασμα ανάποδα αλά Μουσολίνι στο τέλος της παράστασης που αναγκάζει τον Spacey ως άψυχο κουφάρι του νικημένου Ριχάρδου να αιωρείται στο κενό…

Ο σαιξπηρικός «Ριχάρδος ο Γ’» μια παραγωγή του λονδρέζικου The Old Vic –καλλιτεχνικός διευθυντής του οποίου είναι τα τελευταία χρόνια ο οσκαρικός Kevin Spacey, το νεοϋρκέζικο Brooklyn Academy of Music (BAM) και η εταιρεία παραγωγής Neal Street –στην οποία ο σκηνοθέτης της παράστασης και βραβευμένος στο πλευρό του Spacey για το «American Beauty» Sam Mendes συμπεριλαμβάνεται στον ιδρυτικό της πυρήνα. Η παραγωγή αυτή είναι ενταγμένη σε ένα τριετές πρόγραμμα διατλαντικής καλλιτεχνικής συνεργασίας που «ακούει» στον όνομα The Bridget Project.

Αυτό το project είχε ως κύριο και βασικό χορηγό μια αμερικανική τράπεζα –την Bank of America Merrill Lynch- αλλά και έναν υποστηρικτή ελληνικής καταγωγής:To Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Ο Spacey και με αφορμή αυτό το πρόγραμμα διατλαντικής συνεργασίας αποδεικνύεται πως δεν είναι μόνον ένας επιτυχημένος καλλιτεχνικός διευθυντής στο ιστορικό Old Vic αλλά και ένας manager στον χώρο της διεθνούς αγοράς παροχής υπηρεσιών πολιτισμού με αξιοσημείωτες επιδόσεις.



Αλλά, ας επιστρέψουμε για λίγο στον Καραγάτση και όλα όσα γράφει στην κριτική του για τον Λώρενς Ολιβιέ. Ο συγγραφέας –ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος ενός καθαρόαιμου αστικού μυθιστορήματος στην χώρα μας- επιλέγει να αναδείξει και να προβάλλει το στοιχείο της ερμηνευτικής λιτότητας. Το ίδιο ισχύει και για τον Spacey. Με μόνη διαφορά ότι ο βραβευμένος με Οσκαρ ηθοποιός επιστρατεύει για την επίτευξη αυτής της ερμηνευτικής λιτότητας το ίδιο του το σώμα. Ένα σώμα σμπαραλιασμένο, μια εξ αρχής δύσμορφη παρουσία. Μια ορατή από παντού καμπούρα, ένα πόδι βαλμένο στα …σίδερα και ένα χέρι που γίνεται ένα με το μπαστούνι- όργανο για άμυνα και για επίθεση ανά πάσα στιγμή!!!

Ως έτοιμος από καιρό ο Spacey ήταν αποφασισμένος εξ αρχής να σμπαραλιάσει την Εικόνα του και ως «πρωταγωνιστής ολκής» να αναδείξει το ξεχωριστό Πρόσωπο του έστω και μέσα από ένα ρόλο που ανακαλύπτει τις εωσφορικές διαστάσεις που παράγει η εξάρτηση από την γοητεία της Εξουσίας. Και το ερώτημα είναι ποιος διεκδικεί επάξια την κληρονομία του Εωσφόρου: Ο Ριχάρδος ως persona ή ως φορέας μιας αδυσώπητα καταπιεστικής εξουσίας; Ο συγγραφέας Άγγελος Τερζάκης το 1960 όταν ανεβαίνει η παράσταση του Μινωτή είναι ο διευθυντής του Δραματολογίου του Οργανισμού Εθνικού Θεάτρου και γράφει ένα εκτεταμένο κείμενο –φιλοξενείται στο πρόγραμμα της παράστασης- όπου μεταξύ άλλων επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει την μορφή του Ριχάρδου. Ο Τερζάκης –συντηρητικός φύσει και θέσει- παραμένει σταθερά προσηλωμένος στην ερμηνεία της «εωσφορικής μορφής». «Η εκπληκτική σύλληψη της τραγωδίας αυτής είναι η κεντρική μορφή της. (…) Ν' αναλύσει κανένας στα συστατικά της στοιχεία τη μορφή του Ριχάρδου δεν είναι βέβαια, θεωρητικά, δύσκολο. Εκείνο ωστόσο που θα διαπιστώσει ο μελετητής στο τέλος με βαθιά του απορία, είναι τούτο: Πως όλη αυτή η ανάλυση, με οσοιδήποτε ευσυνειδησία, οξυδέρκεια, κι' αν γίνει, δεν θα καταφέρει τελικά να εξακριβώσει την πραγματική φύση του μυστηρίου. Του μυστηρίου της σκοτεινής γοητείας που αποπνέει η εωσφορική αυτή μορφή».

Η «εωσφορική μορφή» –από μόνη της δεν αντέχει στην έκθεση στο πραγματικό κόσμο- και κυρίως δεν μπορεί να λειτουργήσει ως όχημα για τις επιλογές του διδύμου Mendes- Spacey. Στο πάνθεον του η «εωσφορική μορφή» είναι περισσότερο ένας ιδιότυπος serial killer στα ενδότερα της εξουσίας χωρίς εξ ανάγκης με χέρια βαμμένα στο αίμα…

Ας επιστρέψουμε όμως για λίγο στον Τερζάκη και στο ιστορικό πλαίσιο που αποτυπώνει: «Είναι τα ματοβαμμένα περιστατικά που τερματίζουν τον Πόλεμο των δύο ρόδων. Με άσπρο τριαντάφυλλο για έμβλημα του ο οίκος των Γιόρκ, με κόκκινο ο οίκος των Λάνγκαστερ, αλληλοπολεμιόνται και ξεσκίζουν στο μάκρος τριάντα χρόνων την Αγγλία. Στο ξεκίνημά τους
Λάνγκαστερ και Γιόρκ ήταν μια και μόνη οικογένεια: οι Πλανταγενέτες. Ο Ριχάρδος, δούκας του Γκλόστερ, τελευταίος Πλανταγένετης, θ' ανέβει στο θρόνο με τ' όνομα Ριχάρδος ο Γ', ύστερα από μια σειρά εγκλήματα, και θα πέσει το 1485 στη μάχη του Μπόσγουωρθ, παραχωρώντας τη θέση του στον νικητή του, τον Ερρίκο του Ρίτσμοντ, πρώτο βασιλέα από τον οίκο των Τύδωρ». Και όμως ο Mendes προτιμά να μην θυμάται το ιστορικό πλαίσιο του Πολέμου των Δύο Ρόδων και οτιδήποτε καθηλώνει τον Ριχάρδο του ως κομμάτι της ιστορίας του νησιού ή της ιστορίας της μοναρχίας. Ο ίδιος προτιμά ο Ριχάρδος του νε έχει και να επιδεικνύει την εξωστρέφεια και την διαχρονικότητα του αλλά και την πεποίθηση του ότι όλα ξεκινούν και γυρίζουν γύρω από το αδυσώπητα σκληρό power game…
Αλλά, ας προσπαθήσουμε να διαβάσουμε ξανά τον Τερζάκη: «Δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με το αίνιγμα των ελατηρίων, καθώς στον Ιάγο, η και- σ' άλλο επίπεδο- στον Άμλετ. Τα ψυχολογικά ελατήρια του Ριχάρδου είναι πολύ σαφή,
τα έλαφρυντικά του επίσης. Τα τελευταία, συνοψίζονται σε τούτο: Φοβερά αδικημένος από τη Φύση στο κορμί του, έχει εξ' άλλου απόλυτη, δικαιολογημένη επίγνωση της διανοητικής του υπεροχής μέσα στον κόσμο του και στην εποχή του. Νιώθει πως οι εσωτερικές του δυνατότητες τον προορίζουν για τα μέγιστα. Και αρνείται να παραδεχτεί τα όσα εμπόδια, συμπτωματικά, αράδιασε η τύχη μπροστά στα βήματα του. Η αντινομία ανάμεσα στη σωματική του διάπλαση και στις
ουσιαστικές του ικανότητες δημιουργεί μέσα του την ανταρσία, τον εξερεθίζει. Απομονωμένος, εξ' αιτίας της πρώτης, από το υπόλοιπο ανθρώπινο γένος, που το περιφρονεί εξ΄ αιτίας της δεύτερης, παίρνει στάση εχθρική απέναντι σ' όλους και σ' όλα. Από εκεί και πέρα, κάθε μέσο του είναι πρόσφορο. Έχει τοποθετήσει τον εαυτό του έξω από τα μέτρα της κοινής ηθικής, όπως η Φύση τον τοποθέτησε έξω από την κοινότητα των ανθρώπων».

Η κλασσική –σχεδόν μουσειακή- προσέγγιση του Τερζάκη δεν έχει σχέση με το εγχείρημα των Mendes- Spacey. Στην σκηνή του λονδρέζικου Old Vic o Spacey είναι πάνω απ΄όλα ένας μάχιμος διανοούμενος των καιρών που ανά πάσα στιγμή καταφέρνει να ισορροπεί με αξιοθαύμαστο τρόπο μεταξύ της καλά εδραιωμένης παράδοσης που άφησαν πίσω τους παρακαταθήκη οι μεγάλες ερμηνείες των σαιξπηρικών ρόλων –για παράδειγμα η ερμηνεία του Λώρενς Ολιβιέ στο ίδιο θέατρο- αλλά και της στοχευμένης πολιτικής ματιάς του σκηνοθέτη, την οποία αποδέχεται και υπηρετεί. Στο σημείο αυτό θα είχε πιθανότατα θέση άλλη μια επισήμανση του Τερζάκη: «Υπάρχει μια κλασική σχεδόν χροιά στην ιδέα αυτή της εμμονής του κακού από γενιά σε γενιά, και δεν θα ήταν ίσως υπερβολικά παράτολμο να φανταστεί κανένας πως ο μέγας ελισαβετιανός
ακολουθούσε εδώ μια αρχαία ελληνική τραγική αντίληψη, μεταφερόμενη στον κόσμο του από τον Σενέκα. Ούτε λείπουν από το έργο τα σημάδια κάποιας- έμμεσης και μακρινής έστω- κλασικής επιρροής. Το πρόσωπο της Μαργαρίτας, που μέσα σε μια φρικτή ακινησία συμβόλου σχεδόν, καταριέται και προφητεύει, έχει κάτι το παράδοξα κι έντονα αρχαϊκό. Όπως και ο εναρκτήριος μονόλογος του ήρωα, που θέτει με παρρησία κατηγορηματική το κεντρικό θέμα του έργου
για να προχωρήσει στην ανάπτυξή του- τη δράση- δίχως χρονοτριβή, θυμίζει πρόλογο του Ευριπίδη. Ποτέ ίσως δεν θα μάθουμε ίσα με ποιο ακριβώς σημείο οι μεγάλοι ελισαβετιανοί
δέχονταν και αφομοίωναν το αρχαίο ελληνικό δίδαγμα η και ίσα με ποιο σημείο το απέκρουαν συνειδητά, για χάρη της αισθητικής του καιρού τους...».


Το ερώτημα, πάντως, πέρα από τα προφανή με τις συσχετίσεις του Ριχάρδου με τους κάθε λογής Καντάφι, Μπουμπάρακ και Κιμ είναι ένα και αρκετά προκλητικό: Που κατοικούν σήμερα ο Ριχάρδος και τα σύνθετα παράγωγα προϊόντα του στις Δημοκρατίες της Δύσης; Επιπλέον, δε μερικά συμπληρωματικά ερωτήματα: Με τι ασχολούνται; Σε ποιο βαθμό επηρεάζουν δίχως την απειλή του αίματος τις δημόσιες υποθέσεις και τι είναι για αυτούς η έννοια του δημόσιου συμφέροντος;

Πιθανότατα, απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα θα έδιναν με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο και οι δύο συντελεστές της παράστασης του προγράμματος διατλαντικής καλλιτεχνικής συνεργασίας The Bridge Project αν τους είχαν προλάβει τα γεγονότα με την εφημερίδα News of the World συμφερόντων της οικογένειας Murdoch.

Ίσως, μια πρώτη απάντηση είναι το στήσιμο της σκηνής με τους πολίτες στο μετρό να κρέμονται από τις χειρολαβές και να διαβάζουν τα νέα που καταφθάνουν από το παλάτι -ως ένας χορός αρχαίου δράματος- και με τα «συννεφάκια» - το σήμα κατατεθέν της βρετανικής τηλεοπτικής παραγωγής- για φόντο…

[το κειμενο γραφτηκε τον περασμενο Ιουλιο και φιλοξενηθηκε μετα απο προτροπη και ενθαρρυνση του φιλου Ηλια Κανελλη στο μηνιαιο περιοδικο the book's journal - τευχος 10,Αυγουστος 2011]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου