Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Το (τελευταιο;) στορι της "Ελευθεροτυπιας"

Με την ίδια άνεση που άναψε τσιγάρο –δίχως προηγουμένως να ζητήσει άδεια ως προσκαλεσμένη στο σχεδόν αποστειρωμένο περιβάλλον ενός διευθύνοντα συμβούλου μιας από τις μεγάλες εμπορικές τράπεζες της χώρας- απάντησε και στο καθοριστικό ερώτημα που ξεκλείδωνε το πακέτο της χρηματοδότησης: «Τίποτα», είπε η εκδότρια και ο τραπεζίτης που έκανε το λάθος να ρωτήσει για το είδος της εγγύησης από την πλευρά της εταιρείας που θα μπορούσε να συνοδεύσει την χρηματοδότηση έμεινε άναυδος. Μάλιστα, προτού καν συνέλθει ήρθε και μια δεύτερη απάντηση που μπορεί και έχει μια ιστορική τεκμηρίωση αλλά σε καμία περίπτωση για τα δεδομένα της τραπεζικής αγοράς και των κανόνων της δεν μπορούσε να εξασφαλίσει το απαραίτητο κλειδί για την χρηματοδότηση της μελλοντικής πορείας της εταιρείας. Μιας εταιρείας που έχει μαζέψει δάνεια της τάξης των 40 και πλέον εκατομμυρίων ευρώ ( 25 εκατ. ευρώ στην Τράπεζα Πειραιώς και άλλα 16 εκατ. ευρώ στην Alpha Bank) και η αξιοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων – το κτίριο του Νέου Κόσμου που στεγάζει τα γραφεία της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» και οι εγκαταστάσεις της εκτυπωτικής μονάδας στο Κορωπί- στην καλύτερη των περιπτώσεων και σε μια διαφορετική συγκυρία για την κτηματαγορά θα μπορούσε να εξασφαλίσει το μηδενισμό του δανεισμού και των βασάνων του. «Νομίζω πως είναι αρκετό ότι η εφημερίδα μας ανέτρεψε τα δεδομένα της αγοράς», είπε ή κάτι σαν και αυτό. Έτσι κι αλλιώς, η απάντηση της χάθηκε μέσα στους καπνούς του τσιγάρου της ή των τσιγάρων της…Η αναφορά της προέδρου του Δ.Σ και διευθύνοντος συμβούλου της εισηγμένης Χ.Κ. Τεγόπουλος κας Μάνιας (Μαριάνθης) Τεγοπούλου στην μεγάλη κίνηση του ΄75 - έναν χρόνο μετά την Μεταπολίτευση- δεν φαίνεται πως είχε πέραση. Το ζητούμενο δεν ήταν η επικαιροποίηση της δικαίωσης της κίνησης του αείμνηστου Χρήστου (Κίτσου) Τεγόπουλου αλλά η εξασφάλιση της συνέχειας της χρηματοδότησης στο κλυδωνιζόμενο συγκρότημα της Μίνωος. Αλλά, ακόμη και σε αυτές τις ιδιαίτερες συνθήκες η κα Τεγοπούλου παρέμεινε αυθεντική – ήταν η Μάνια που ήξεραν και γνώρισαν οι φίλοι και οι συνεργάτες της – η Μάνια των Εξαρχείων (παλαιότερα) αλλά και των καλοκαιριών στα Κουφονήσια και την Φολέγανδρο, η Μάνια που δεν γνώριζε περιορισμούς και δεν έκανε σκόντο στην έτσι και αλλιώς βιωμένη αντισυμβατικότητα της. Και εδώ μπορεί κανείς να διαγνώσει το πρόβλημα, το πρόβλημα της συνάντησης της δική της κουλτούρας με την κουλτούρα των τραπεζιτών. Δύο κουλτούρες- δυο διαφορετικοί πολιτισμοί και εν τέλει , δυο διαφορετικές στάσεις και επιλογές ζωής. Από την πλευρά της, η κα Τεγοπούλου- η Μάνια σε κάθε περίπτωση- δεν υποκρινόταν διόλου όταν υποστήριζε πως δεν έχει τίποτα περισσότερο από το όνομα και την ιστορία της εφημερίδας της για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση. Το ίδιο συνέβαινε και όταν η ίδια έλεγε πως εκείνη είναι όλο το μάνατζμεντ της εταιρείας όταν την προέτρεπαν να στείλει τον επικεφαλής της οικονομικής διεύθυνσης της εταιρείας για να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις ή όταν σφύριζε αδιάφορα στις εκκλήσεις των τραπεζιτών για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν –είναι πέραν από τον υπαρκτό τους κόσμο- την άνεση της να αγοράζει, εν μέσω του κυκλώνα που έχει «χτυπήσει» τα media, το εξοχικό σπίτι του καταδικασμένου για την υπόθεση της «17Ν» Γιωτόπουλου στους Λειψούς (μια αγορά της εκδότριας που έφερε στην δημοσιότητα η εφημερίδα «Το Καρφί») ή να συνεχίζει να καλύπτει οικονομικά τις δραστηριότητες του σημερινού συντρόφου της. Αν και τα ποσά δεν είναι μεγάλα ιδιαίτερα στην περίπτωση της εξαγοράς του διώροφου του Γιωτόπουλου στους Λειψούς -το κόστος ήταν γύρω στα 170 χιλιάδες ευρώ- εκείνο που μετρά είναι οι συμπεριφορές… Το γιατί και το πώς είναι μια άλλη υπόθεση. Εν πολλοίς αιδευκρίνιστη που όμως κινείται στην νομιμότητα της ιδιωτικής, προσωπικής σφαίρας. Με την λογική των τραπεζιτών είναι αδιανόητη οποιαδήποτε συμμετοχή – με τον ένα ή άλλο τρόπο- της εισηγμένης Χ.Κ.Τεγόπουλος στην εταιρεία Planatech A.E. Nαυπηγικού Σχεδιασμού, την εταιρεία του σημερινού συντρόφου της στην ζωή, με τον οποίο έχει αποκτήσει μια όμορφη κορούλα. Για την ιστορία η εισηγμένη εκδοτική εταιρεία έχει δώσει εγγυήσεις στις τράπεζες συνολικού ύψους 3 εκατ. ευρώ υπέρ της Planatech για τις οποίες δεν έχει λάβει καμιά εξασφάλιση. Και εδώ αρχίζουν τα μικρά αλλά ουσιώδη ζητήματα στα ψιλά γράμματα της Εταιρικής Διακυβέρνησης. Κακά τα ψέματα, η κα Τεγοπούλου –η αυθεντικά αντισυμβατική Μάνια- είναι η επικεφαλής και μια εκ των βασικών μετόχων μιας εισηγμένης (public) εταιρείας όπου οι υποχρεώσεις τις περισσότερες φορές είναι υπέρτερες των δικαιωμάτων. Τα (δεδομένα) σύν και πλήν της μετοχικής Δημοκρατίας. Το ΄75 ο πατέρας της, ο Χρήστος Τεγόπουλος –ο Κίτσος- έγινε μέσα σε μια νύκτα χάρις στο αδιαμφισβήτητο θάρρος και την μοναδικά αυθεντική λεβεντιά του άρχοντας του Τύπου- ο μόνος αυτοδημιούργητος, πέραν από τα κυρίαρχα παραδοσιακά τζάκια. Χάρις στα προσόντα του ιδρυτή της αλλά και το κλίμα των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης η «Ελευθεροτυπία» απέκτησε γρήγορα χαρακτηριστικά εμβληματικής παρουσίας στην αγορά των media. Μια αγορά όπου η δυνατότητα συμμετοχής στο power game ήταν το υπέρτατο αγαθό που άνοιγε όλες τις πόρτες ακόμη και τα ταμεία των τραπεζών – οι περισσότερες από αυτές υπό τον έλεγχο του κράτους και του εκάστοτε επικεφαλής του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης. Τότε, υπήρχαν ακόμη οι υπουργοί και τα τηλέφωνα τους. Τώρα, η κληρονόμος είχε να αντιμετωπίσει ως συνομιλητής και συναλλασσόμενος τραπεζίτες με διαφορετικές αντιλήψεις περί πολιτικού κόστους … Δυστυχώς, για την κληρονόμο του ιδρυτή της «Ελευθεροτυπίας» η επίκληση των ηρωικών στιγμών του παρελθόντος δεν είχε πέρα από διάθεση κατανόησης κανένα μα κανένα πρακτικό αντίκρισμα στην Ελλάδα του Μνημονίου… Έτσι, πολύ γρήγορα η κα Μάνια Τεγοπούλου βρέθηκε να αγωνίζεται μόνη –αν και οπλισμένη με δύναμη ψυχής και με πολύ αξιοπρέπεια- για να περισώσει στις δύσκολες συνθήκες της οικονομικής ασφυξίας των media ό,τι θα μπορούσε να περισωθεί από την οικογενειακή επιχειρηματική κληρονομιά. Μόνη απέναντι σε τραπεζίτες που με κάθε σεβασμό απέναντι σε μια ζώσα ιστορία απαιτούσαν να δουν, να καταγράψουν και να αξιολογήσουν δεδομένα. Η κα Μάνια Τεγοπούλου πολλές φορές σε κρίσιμες στιγμές του περασμένου καλοκαιριού δεν δίστασε να ομολογήσει πως είναι και η …οικονομική διευθύντρια της εταιρείας – ένα επικίνδυνο φλερτάρισμα με τα one man show εγχειρήματα. Είναι αλήθεια πως η κα Μάνια Τεγοπούλου, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Χ.Κ. Τεγόπουλος, είναι και παραμένει το μοναδικό εκτελεστικό μέλος του πενταμελούς Δ.Σ – ακόμη και η αδελφή της Ελένη που μετέχει με την ιδιότητα της αντιπροέδρου είναι μη εκτελεστικό μέλος. Το γεγονός αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η κα Τεγοπούλου είναι –προφανώς με επιλογή, έστω και αναγκαστική- η μόνη που έχει ευθύνες για την ενεργή συμμετοχή της στο μάνατζμεντ και δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυρισθεί κανείς πως η ίδια συγκέντρωσε και συνεχίζει να συγκεντρώνει στο πρόσωπο της τα πάντα – ευθύνες και υποχρεώσεις για το καλό και το κακό… Και αυτό σε μια περίοδο που η εμβληματική εφημερίδα της Μεταπολίτευσης και γενικότερα, η ιδιοκτήτρια εκδοτική επιχείρηση βρέθηκε κυριολεκτικά ευάλωτη στο μάτι του κυκλώνα που «χτύπησε» τα media. Η κυκλοφορία της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία»(συμπεριλαμβανομένης και της Σαββατιάτικης έκδοσης) μέσα σε ένα χρόνο – πρώτο εξάμηνο 2011 σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2010- είναι κατά μέσο όρο χαμηλότερη κατά 28,93%, και της κυριακάτικης έκδοσης κατά 26,51%. Επιπλέον, τα έσοδα από τις πωλήσεις το πρώτο εξάμηνο του 2011 διαμορφώθηκαν στο ύψος των 13,8 εκατ. ευρώ παρουσιάζοντας μείωση κατά 39,77% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2010, ενώ τα διαφημιστικά έσοδα της «Ελευθεροτυπίας», της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας» και των ενθέτων τους το πρώτο εξάμηνο του 2011 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2010 μειώθηκαν κατά 45,49% περίπου. Πιο συγκεκριμένα, τα έσοδα από διαφημιστικές καταχωρήσεις στο πρώτο εξάμηνο του 2011 ανήλθαν σε 4,17 έναντι 7,65 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2010. Με βάση αυτές τις επιδόσεις ο κύκλος εργασιών του Ομίλου και της Εταιρείας το πρώτο εξάμηνο του 2011 ανήλθε σε 23 εκατ. ευρώ περίπου παρουσιάζοντας μείωση κατά 31% περίπου σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2010 και το τελικό αποτέλεσμα – μετά από φόρους- ήταν για τα καλά ζημιογόνο. Πιο συγκεκριμένα, οι ζημιές του ομίλου και της εταιρείας το πρώτο εξάμηνο του 2011 έφτασαν τα 14,6 και 15,4 εκατ. ευρώ έναντι ζημιών 9,9 και 9,7 εκατ. ευρώ αντίστοιχα το ίδιο χρονικό διάστημα για το 2010. Τα αποτελέσματα ανακοινώνονται στα τέλη του περασμένου Αυγούστου όταν το κλίμα ακόμη δεν έχει βαρύνει για τα καλά από τον ερχομό των ελεγκτών της Blackrock στις τράπεζες αλλά και τα αδιέξοδα της γενικότερης οικονομικής πολιτικής. Τότε ξαναήρθε στην επιφάνεια με πολύ δραματικό τρόπο η επικαιροποίηση του σχεδίου για την εξυγίανση των οικονομικών και την αναδιάρθρωση των δομών και της λειτουργίας της εταιρείας- ένα σχέδιο που απαιτούσε κοντά στα 22 εκατομμύρια ευρώ για να εφαρμοσθεί σωστά και να αποδώσει τα προσδοκώμενα από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές. Το πακέτο της χρηματοδότησης –τουλάχιστον σύμφωνα με το αίτημα που κατατέθηκε στις αρχές του περασμένου καλοκαιριού στην διοίκηση της Alpha Bank- προέβλεπε ότι τα 8 εκατομμύρια ευρώ θα ήταν διαθέσιμα για τις ανάγκες του 2011, ενώ άλλα 8 εκατομμύρια ευρώ θα έπρεπε να ήταν διαθέσιμα για τον επόμενο χρόνο, το 2012. Τα 16 αυτά εκατομμύρια θα ήταν η συνεισφορά της Alpha Bank,ενώ το υπόλοιπο κομμάτι του πακέτου χρηματοδότησης περνούσε –έτσι τουλάχιστον φαινόταν πως έχει συμφωνηθεί ανάμεσα στα δύο μέρη- στην αποκλειστική ευθύνη των μετόχων της Χ.Κ. Τεγόπουλος και κυρίως στις πλάτες των βασικών της μετόχων δηλαδή στις θυγατέρες του ιδρυτή της «Ελευροτυπίας» αείμνηστου Κίτσου Τεγόπουλου. Η κ. Μάνια (Μαριάνθη) Τεγοπούλου και η κ. Ελένη Τεγοπούλου (η Λένα Μακρή της αθηναϊκής θεατρικής σκηνής) κατέχουν πάνω από το 76 % της εισηγμένης εταιρείας θα έπρεπε να προχωρήσουν άμεσα σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και να βάλουν την μερίδα του λέοντος, στηρίζοντας την οικογενειακή επιχειρηματική-εκδοτική παράδοση και επένδυση. Ο τρίτος τη τάξει μέτοχος, η ΝΕΠ Εκδόσεις Α.Ε (με το 12,5 % των μετοχών) –κληρονομιά από το πέρασμα του κ. Λαυρέντη Λαυρεντιάδη από τα media- μάλλον δεν είναι σε θέση να παίξει το ρόλο του «λευκού ιππότη» ακόμη κι αν το ήθελε… Μέχρι την πρόσφατη ανακοίνωση της ίδιας της εταιρείας και της διοίκησης της –το πρωτοσέλιδο της «Ελευθεροτυπίας»- όπου οι αναγνώστες της και ευρύτερα, η κοινή γνώμη μάθαινε τα περί της άρνησης της Αlpha Bank να προχωρήσει σε εκταμίευση 8 εκατομμυρίων ευρώ δεν υπήρξε καμιά εξέλιξη στο κρίσιμο ζήτημα της κεφαλαιακής ενίσχυσης της εισηγμένης εταιρείας μέσω της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, ούτε πολύ περισσότερο προχώρησε έστω και κατ΄ελάχιστο η υλοποίηση του σχεδίου εξυγίανσης. Και εδώ βρίσκεται, σύμφωνα με συνδυασμένες και αξιολογημένες πληροφορίες, το κουμπί της υπόθεσης. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στις αρχές του περασμένου Απριλίου η μετοχική βάση της Χ.Κ. Τεγόπουλος, η επενδυτική κοινότητα, η τραπεζική αγορά αλλά και η ευρύτερη κοινή γνώμη είχε την ευκαιρία να πληροφορηθεί πως η διοίκηση της εισηγμένης εκδοτικής επιχείρησης θεωρούσε πως το δίκιο ήταν όλο με το μέρος της σε σχέση με μια μίνι αντιπαράθεση με το μάνατζμεντ της Τράπεζας Πειραιώς. Πιο συγκεκριμένα, ένα μικρό απόσπασμα από την ανακοίνωση της Έκθεσης Διαχείρισης που συνόδευε τον Ισολογισμό του 2010 στο επίσημο site του Χρηματιστηρίου Αθηνών έδινε την εικόνα της πραγματικότητας και άφηνε μια πολύ πικρή γεύση σε όλους όσοι από την εκδοτική πιάτσα και την δημοσιογραφική οικογένεια για πρώτη φορά συνειδητοποιούσαν ότι η πιο εμβληματική από τις εφημερίδες της Μεταπολίτευσης αντιμετώπιζε κρίσιμα προβλήματα ρευστότητας. Τι ανέφερε, όμως, αυτό το μικρό απόσπασμα; «Επιπλέον για την βελτίωση της ρευστότητας και τη συνέχιση της δραστηριότητας της Εταιρείας προτιθέμεθα εντός του 2011, να ενισχύσουμε κεφαλαιακά την Εταιρεία ή να προσφύγουμε σε περαιτέρω δανεισμό ή να αξιοποιήσουμε τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Επιπροσθέτως για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα η εταιρεία δικαιούται να εισπράξει ποσό 5.000.000 ευρώ από την έκδοση ομολογιών, του ομολογιακού δανείου που έχει συνάψει με την Τράπεζα Πειραιώς ποσού 25.000.000 ευρώ». Η συνέχεια είναι πάνω κάτω γνωστή. Τα 5 εκατ. ευρώ έγιναν αφορμή να γραφούν και να ξαναγραφούν αιχμηρά σχόλια (αρκετά από αυτά από την ίδια την κα Μάνια Τεγοπούλου) στις παραπολιτικές σελίδες της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» και το ζημιογόνο αποτέλεσμα του 2010 –που ξεπέρασε κάθε όριο- οδήγησε την μετοχή της εισηγμένης εταιρείας σε καθεστώς επιτήρησης στο οποίο παραμένει και σήμερα. Σε αυτό το κλίμα η διοίκηση της Χ.Κ. Τεγόπουλος εμφανίζεται και ενώπιον των εν δυνάμει χρηματοδοτών – δανειστών της διατεθειμένη να συζητήσει και ενδεχομένως να αποδεχθεί ένα σχέδιο οικονομικής εξυγίανσης και επιχειρησιακής αναδιάρθρωσης και ανασυγκρότησης. Το σχέδιο αυτό μπορεί να είχε αρκετές παραλλαγές αλλά στον πυρήνα του είχε ορισμένες απλές και συγκεκριμένες παραδοχές τις οποίες δεν μπορούσε κανείς ούτε να αγνοήσει, ούτε και να παρακάμψει. Καθαρές κουβέντες. Τα σύκα σύκα και η σκάφη σκάφη. Ποιες ήταν, όμως, αυτές οι παραδοχές; Η πρώτη και καίρια από αυτές τις παραδοχές είχε να κάνει με την πληγή του τυπογραφείου, της ιδιόκτητης εκτυπωτικής μονάδας που είναι εγκατεστημένη στο Κορωπί. Η συγκεκριμένη μονάδα που απασχολεί πάνω από το 1/3 του συνόλου του προσωπικού ( 350 σε σύνολο πάνω από 800 εργαζόμενους) βάζει μέσα στην εισηγμένη κατά 10 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο. Η βασική πρόταση για την πλήρη και οριστική αντιμετώπιση της χαίνουσας πληγής ήταν το κλείσιμο του τυπογραφείου και η αξιοποίηση των εγκαταστάσεων (πώληση ή ενοικίαση). Προφανώς, το κλείσιμο του τυπογραφείου θα είχε άμεση συνέπεια να συμπαρασύρει το σύνολο των εργαζομένων σε αυτό… Τραπεζικοί κύκλοι θεωρούσαν και συνεχίζουν να θεωρούν και σήμερα πως το κλείσιμο του τυπογραφείου θα ήταν μια καθοριστική κίνηση που θα επέτρεπε στην ίδια την επιχείρηση να ανασάνει και να μπορέσει να σταθεί ως αξιόπιστος συνομιλητής στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης. Αλλά, δεν ήταν το τυπογραφείο το μόνο αγκάθι. Η μείωση του προσωπικού στο κτίριο της Μίνωος άρχισε να γίνεται από κάποια στιγμή και πέρα ένα βασικό προαπαιτούμενο για την συνέχεια. Ο τελικός αριθμός δεν θα έπρεπε να ξεπερνά τα 250 με 300 άτομα – δημοσιογράφοι, τεχνικοί και διοικητικό- υποστηρικτικό προσωπικό. Και αυτό γιατί κανείς δεν μπορούσε να βάλει υπογραφή σε ένα σχέδιο εξυγίανσης που αδυνατούσε να βάλει τέρμα στην ζημιογόνο λειτουργία της εταιρείας. «Με 2 εκατ. ευρώ ζημιές το μήνα, καμία λύση δεν μπορούσε να προχωρήσει», λέει υψηλόβαθμο τραπεζικό στέλεχος με συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις του περασμένου καλοκαιριού. Σήμερα, ακόμη κι αν εκταμιευόταν η πρώτη δόση των 8 εκατ. ευρώ –σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο- θα έφευγε στα δεδουλευμένα… που παραμένουν απλήρωτα. Κώστας Τσαούσης - [Δημοσιευθυηκε στην εφημεριδα ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ την Κυριακη 13 Νοεμβριου 2011]

Ο επίμονος τραπεζίτης … στο τιμόνι της χώρας.

Ένα τηλεφώνημα και μια επιστολή –όλη κι όλη 10 γραμμές- έκριναν την τύχη και το μέλλον του κ. Λουκά Παπαδήμου στην διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος. Η επιστολή είχε αποδέκτη τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου και έφερε την υπογραφή του τότε υπουργού Εθνικής Οικονομίας κ. Γιάννου Παπαντωνίου. Είχε προηγηθεί μια τηλεφωνική επικοινωνία ανάμεσα στους δύο άνδρες, όπου ο Ανδρέας Παπανδρέου έδωσε το πράσινο φώς στον υπουργό του να δρομολογήσει την αλλαγή στην κορυφή της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας. Ήταν λίγες μόλις μέρες πριν το τέλος του Οκτωβρίου του 1994 –κλεισμένα 17 χρόνια από τότε. Ο μέχρι τότε υποδιοικητής αναλάμβανε το ανώτατο αξίωμα στην διοίκηση της Κεντρικής Τράπεζας, με πρόταση Παπαντωνίου και αποδοχή Παπανδρέου, διαδεχόμενος τον Γιάννη Μπούτο. Αλλά, ας πούμε την ιστορία από την αρχή. Ο Ανδρέας Παπανδρέου επιστρέφει με θριαμβευτικό τρόπο -ποσοστό 47%- στην εξουσία μετά το διάλλειμα Μητσοτάκη και επιλέγει να στείλει στην Τράπεζα της Ελλάδος –στη θέση του κ. Τίμου Χριστοδούλου- έναν παλιό Καραμανλικό που όμως είχε το θάρρος να σταθεί δίπλα του στις δύσκολες για εκείνον πολιτικές και προσωπικές του ώρες μετά το ‘89. Έτσι, στις αρχές Δεκεμβρίου 1993 διορίζεται διοικητής ο Γιάννης Μπούτος – παλιός υπουργός του Κωνσταντίνου Καραμανλή και από τα εξέχοντα πρόσωπα της κεντροδεξιάς που είχαν συμμετάσχει στο συμμαχικό σχήμα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης. Την ίδια ώρα, ο κ. Παπαδήμος, επί σειρά ετών οικονομικός σύμβουλος της Κεντρικής Τράπεζας,από την αρχή της διοίκησης Δημήτρη Χαλικιά, γίνεται υποδιοικητής. Ούτε πέντε μήνες μετά, δηλαδή τον Απρίλιο του 1994, ο Γιώργος Γεννηματάς που βρέθηκε αμέσως μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου του 1993 και παρά τα σοβαρότατα προβλήματα υγείας στο πηδάλιο του οικονομικού επιτελείου χάνει την μάχη για την ζωή και στην θέση του ορίζεται ο Γιάννος Παπαντωνίου. Λίγες μέρες –ούτε δέκα το πολύ μέρες όπως θυμούνται παλιοί οικονομικοί συντάκτες- μετά την αναγκαστική αλλαγή φρουράς στο κτίριο της Πλ. Συντάγματος ξεκινά μια σφοδρή επίθεση κερδοσκόπων απέναντι στην δραχμή στις ξένες αγορές. Τότε, για πρώτη φορά ο Παπανδρέου νιώθει να μην είναι στο ίδιο μήκος κύματος με τον Μπούτο. «Είχαν διαφορετικές προσεγγίσεις στο ζήτημα τόσο της ισοτιμίας της δραχμής, όσο και της αντιμετώπισης των κερδοσκόπων», επισημαίνουν παλαιοί συνεργάτες του Ανδρέα Παπανδρέου, «και προς τιμήν τους δεν το έκρυβαν». Η διαφορά αυτή, όμως, φαίνεται πως δηλητηρίαζε όσο περνούσε ο καιρός την σχέση συνεργασίας τους και ο Ανδρέας ήδη από το καλοκαίρι του ’94 αναζητούσε μια αφορμή για την «έξοδο» του Μπούτου από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η αφορμή βρέθηκε σε ένα κατά τα άλλα τυπικό διαχειριστικό θέμα ευθύνης του Κεντρικού Τραπεζίτη και ο Ανδρέας ζήτησε από τον Γιάννο Παπαντωνίου εδώ και τώρα ένα όνομα. Έτσι άρχισε η ιστορία του κ. Λουκά Παπαδήμου στην κορυφή της εποπτικής αρχής του χρηματοπιστωτικού τομέα στην χώρα μας που αποτέλεσε, δίχως άλλο, και την απαρχή για την καθιέρωση του στην πρώτη σειρά των εγνωσμένου κύρους προσωπικοτήτων με παρουσία στο δημόσιο βίο της χώρας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου μπορεί να μην είχε πάρε δώσε με τον τότε 40αρη ακαδημαϊκό –ήταν ήδη καθηγητής στο Οικονομικό του Πανεπιστημίου Αθηνών και μάλιστα δίδασκε μαζί με τον κ. Γιάννη Στουρνάρα μεταξύ άλλων το μάθημα «Θεωρία της Οικονομικής Πολιτικής»- αλλά είχε μια εικόνα μια εικόνα για εκείνον. Μια εικόνα που ήταν και καλή και καθαρή και κυρίως είχε φιλοτεχνηθεί ψηφίδα- ψηφίδα με πληροφορίες από την ακαδημαϊκή και ερευνητική προϋπηρεσία του αλλά και τις γενικότερες καταβολές του. Άλλωστε, το βιογραφικό του δεν άφηνε περιθώρια αμφισβητήσεων και ο Ανδρέας Παπανδρέου γνώριζε καλύτερα από πολλούς άλλους τι σήμαινε η κάθε μια αναφορά και ποια ήταν η αποτίμηση της αξίας της. Προφανώς και πρόσεξε όσο κανείς άλλος τις σπουδές στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασσαχουσέττης (ΜΙΤ), απ’ όπου ο Λουκάς Παπαδήμος πήρε και το διδακτορικό του δίπλωμα στα Οικονομικά. ‘Όπως το ίδιο θα έκανε διαβάζοντας για τα 9 χρόνια ακαδημαϊκής πορείας – από το 1975 μέχρι το 1984- ως καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Columbia στη Νέα Υόρκη. Εκείνα τα χρόνια πρέπει να ήταν που γνωρίστηκε με την σύζυγο του, μια δραστήρια γυναίκα που προτιμά να μιλά και να εκφράζεται με την δύναμη των χρωμάτων. Αν πιστέψουμε το site του Πανεπιστημίoυ Columbia –Teachers College- η Shanna Ingram Παπαδημου ολοκληρώνει τις σπουδές της εκεί το 1980 και ακολουθεί τον σύζυγο της στην Ελλάδα. Από τότε, η ολλανδικών οικογενειακών καταβολών Shanna αλλά κοσμοπολίτισα μέχρι το μεδούλι τον ακολουθεί τον αγαπημένο της Λουκά σε κάθε του βήμα και συνεχίζει παντού και πάντα να ζωγραφίζει και να αποτυπώνει στον καμβά τον προσωπικό της κόσμο και την προσωπική της αλήθεια. ‘Οποιος δεν έχει δει τα έργα της που αναφέρονται στις μέρες της Νέας Υόρκης –τα ζεστά κόκκινα και τα εύθυμα πορτοκαλί- αλλά και της ψυχρές μέρες της Φρανκφούρτης με την αμυδρή πράσινη ελπίδα… Πάντως, δεν ήταν μόνο το βιογραφικό που μέτρησε στην επιλογή του κ. Παπαδήμου, στην πρόταση του κ. Παπαντωνίου και στην αποδοχή της από τον αείμνηστο Ανδρέα Παπανδρέου. Και αυτό γιατί ο σημερινός Πρωθυπουργός είχε πάρει με τον καλύτερο δυνατόν τρόπο το διαβατήριο για την είσοδο στα δημόσια πράγματα. Το διαβατήριο ήταν η συμμετοχή στην ολιγομελή Επιτροπή Αγγελόπουλου – από το όνομα του επικεφαλής της, του ακαδημαϊκού Άγγελου Αγγελόπουλου- την εποχή της Οικουμενικής Κυβέρνησης στην προεδρία της οποίας βρισκόταν ο Ξενοφών Ζολώτας, ένα εμβληματικό πρόσωπο της μεταπολεμικής πολιτικής και οικονομικής ζωής της χώρας. Ο κ. Παπαδήμος, ήδη από το 1988 καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, βρέθηκε με υψηλές συστάσεις –του ίδιου του Ξενοφώντος Ζολώτα αλλά και του τότε διοικητή της ΤτΕ Δημήτρη Χαλικιά- στην επιστημονική επιτροπή Αγγελόπουλου που κατήρτισε τη γνωστή Έκθεση για τη "Σταθεροποίηση και Ανάπτυξη της Ελληνικής Oικονομίας", μία ακόμη από τις πολλές Εκθέσεις Ελλήνων και ξένων που αραχνιάζουν σε ράφια και …ντουλάπια. Για την ιστορία, στην ίδια Επιτροπή ο κ. Παπαδήμος βρέθηκε μαζί με συναδέλφους του από το Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών που έπαιξαν ρόλο στα πράγματα στην συνέχεια όπως ο κ.Τάσος Γιαννίτσης και ο κ. Σταύρος Θωμαδάκης. Μία παρένθεση στο σημείο αυτό είναι χρήσιμη και αναγκαία. Η ακαδημαϊκή πορεία του κ. Παπαδήμου στην Ελλάδα αρχίζει το 1984 όταν έρχεται ως επισκέπτης καθηγητής στο σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο, την παλιά και καλή ΑΣΟΕΕ. Εκεί, μένει ουσιαστικά για μια σεζόν. Θα περάσουν τρία ολόκληρα χρόνια μέχρι να εκλεγεί καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σε ένα Τμήμα όπου η πόλωση ανάμεσα στους «συντηρητικούς» και τους «προοδευτικούς» κυριαρχεί και το στάτους κβο τηρείται με θρησκευτική ευλάβεια. Στην φάση της εκλογής του κ. Παπαδήμου οι «προοδευτικοί», με ηγέτη τον πρώην υπουργό Κωστή Βαϊτσο, έχουν το πάνω χέρι και σε αυτούς ανήκει η πρωτοβουλία για την εκλογή νέων καθηγητών που εδραιώνουν την κυριαρχία της στα πράγματα. Από την άλλη πλευρά, η παράταξη των «συντηρητικών» όπου κυριαρχεί η παρουσία του Παναγιώτη Παυλόπουλου, του Κωνσταντίνου Δρακάτου και του Γιώργου Οικονόμου προωθεί και εκείνη καινούργια πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο Γιώργος Προβόπουλος. Σε αυτό το περιβάλλον προωθείται η υποψηφιότητα Παπαδήμου και επιτυγχάνεται η εκλογή του ως καθηγητή. Αντιδράσεις για το πρόσωπο του δεν υπήρξαν ή τουλάχιστον δεν καταγράφηκαν στην μνήμη των περισσότερων από τους παλιούς καθηγητές. Άλλωστε, ο κ. Παπαδήμος τα «παράσημα» τα είχε αποκτήσει στο εξωτερικό και η παρουσία του στην Τράπεζα της Ελλάδος –Οικονομικός Σύμβουλος, Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών- του έδινε κύρος και αξιοπιστία στους ακαδημαϊκούς κύκλους της εποχής. Εκείνα τα χρόνια και σε εκείνους τους χώρους φτιάχνονται και δοκιμάζονται σχέσεις, δεσμοί και φιλίες. Για παράδειγμα, ο κ. Παπαδήμος είναι υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος όταν ο συνάδελφος του στο Πανεπιστήμιο, ο κ. Γιάννης Στουρνάρας ακολουθεί στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας τα βήματα ανόδου του κ. Γιάννου Παπαντωνίου και αναλαμβάνει την θέση του προέδρου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (ΣΟΕ)- ένα κρίσιμο πόστο δίπλα στον υπουργό. Όταν ξεσπάει, λοιπόν, η «μάχη της δραχμής» -άνοιξη του 1994- και η διάσταση απόψεων και προσεγγίσεων ανάμεσα στην κυβέρνηση Παπανδρέου και την διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος υπό τον Γιάννη Μπούτο, η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας γνωρίζει από πρώτο χέρι τις απόψεις του υποδιοικητή και δεν διστάζει ούτε στιγμή να βάλει το όνομα του στο χαρτί μερικούς μήνες μετά όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου έχει αποφασίσει να προχωρήσουν οι διαδικασίες αλλαγής στην κορυφή της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι τρείς τους – Γιάννος Παπαντωνίου, Γιάννης Στουρνάρας και Λουκάς Παπαδήμος- θα συντονίσουν τα βήματα τους και θα συμπορευθούν για χρόνια, ειδικά δε μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον κ. Κώστα Σημίτη. Ο τελευταίος βρίσκει μια παγιωμένη κατάσταση στα οικονομικά της Κυβέρνησης και του Κράτους με την οποία συμφωνεί, στηρίζει και στηρίζεται σε αυτήν. Σύμφωνα με αφηγήσεις των πρωταγωνιστών της εποχής ο κ. Λουκάς Παπαδήμος είναι ο πρώτος που μαθαίνει το σχέδιο για την υποτίμηση της δραχμής. Είναι Δεκέμβριος του 1997. Ο κ. Γιάννος Παπαντωνίου όταν πείθεται για την σκοπιμότητα της χρονικής επίσπευσης της έτσι κι αλλιώς αναγκαίας και απαραίτητης υποτίμησης –ήταν να γίνει μέχρι το τέλος του 1998- σπεύδει σε εκείνον και ανοίγει πλήρως τα χαρτιά του. Έτσι, όταν ο κ. Παπαντωνίου λίγο μετά τις γιορτές παρουσιάζει την πρόταση του στον πρωθυπουργό κ. Κώστα Σημίτη είναι σε θέση να πει: «Ο Λουκάς συμφωνεί». Η υποτίμηση γίνεται στις 15 Μαρτίου του 1998 και ήταν ένα από τα προαπαιτούμενα για την πορεία της χώρας προς το ευρώ. Η παρουσία του κ. Παπαδήμου στα χρόνια της διακυβέρνησης Σημίτη είναι καταλυτική. Πολλοί αναρωτιούνται αν και σε ποιο βαθμό ο τότε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να λογισθεί και να προσμετρηθεί στους «Αποστόλους» του σημιτικού Εκσυγχρονισμού; Η απάντηση είναι μάλλον εύκολη και απλή. Ο κ. Παπαδήμος ανήκει εξ αρχής –από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στο δημόσιο βίο- σε εκείνο το ρεύμα που αποζητούσε τον πολιτικό και οικονομικό εκσυγχρονισμό και εν τέλει βρήκε στο πρόσωπο του Κώστα Σημίτη τον πολιτικό του εκφραστή. Ο κ. Παπαδήμος έρχεται στην Τράπεζα της Ελλάδος όταν το κεφάλαιο του κ. Γεράσιμου Αρσένη έχει πλήρως αναλωθεί και ο ίδιος αρνείται να συμμετέχει στην υψηλών προδιαγραφών εσωκομματική και ενδοκυβερνητική ίντριγκα – που μπορεί να φαίνεται γλυκειά όσο και επικίνδυνη για ενθουσιώδεις και απρόσεκτους… Ενας παλιός του συνάδελφος ακούγοντας το ερώτημα «σε ποιόν Θεό πιστεύει» ο κ. Παπαδήμος, δεν έχει κανένα ενδοιασμό για να απαντήσει: «Ήταν και παραμένει τυπικός American Liberal» - ένας κατ΄εξοχήν αμετάφραστος όρος για τα ελληνικά πολιτικά και όχι μόνο δεδομένα. Ο ίδιος συνομιλητής σπεύδει να διευκρινίσει ότι «ο Λουκάς κάθε άλλο παρά υποτίμησε ή απαξίωσε την πολιτική τάξη των πραγμάτων στην Ελλάδα απλώς συμμετείχε με τον τρόπο που επιβάλλει η ιδιότητα του statesman». Και ως statesman λειτούργησε σε κάθε του βήμα ο 64χρονος σήμερα απόφοιτος του φημισμένου Ιδρύματος Τεχνολογίας της Μασσαχουσέττης (ΜΙΤ)- απ’ όπου πήρε και το διδακτορικό του δίπλωμα στα Οικονομικά. Ο κ. Παπαδήμος, όπως οι περισσότεροι απόφοιτοι του Κολλεγίου εκείνης της εποχής, έφυγε για την Αμερική. Ηταν το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60, λίγο πριν από την έλευση της χούντας. Η απόφαση –που υλοποιήθηκε κιόλας-ήταν να σπουδάσει φυσικός. Ασχέτως αν στην συνέχεια τον κέρδισε η Οικονομική Επιστήμη και κατάφερε να συνδυάσει την ακαδημαϊκή καριέρα με θέσεις υψηλής ευθύνης. Σε όλη αυτήν την πορεία επιθυμούσε και κατάφερε να λειτουργήσει ως statesman και δίχως άλλο να διατηρήσει ως κόρη οφθαλμού την εν πολλοίς παρεξηγημένη επιμονή του στην διατήρηση της ανεξαρτησίας του απέναντι στην καθημερινή ρουτίνα της διαχείρισης των δημοσίων πραγμάτων. Αυτή ήταν και η πραγματική του δύναμη, αλλά και η βάση της δυνατότητας του να αποτελεί ένα διακριτό πόλο, κάτι που ποτέ δεν θέλησε να καταλάβει και να αποδεχθεί ο απερχόμενος Πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου. Και αυτός παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος διέθετε και προφανώς, συνεχίζει να διαθέτει μια πολυκεντρική αντίληψη για την εξουσία αλλά και διατηρεί ανοιχτούς διαύλους διαβούλευσης με statesmen εγγυημένης αξιοπιστίας, φερεγγυότητας και επιρροής – τουλάχιστον στο εξωτερικό. Σε κάθε περίπτωση, η κουλτούρα της πολιτικής ανεξαρτησίας για τον κ. Παπαδήμο είναι βίωμα ήδη από τα χρόνια της Αμερικής. Από την εποχή των αρχών του ΄80 που πρωτοδούλεψε στις υπηρεσίες της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Federal Reserve) στην Βοστώνη για να ακολουθήσει μετά η Τράπεζα της Ελλάδος και η κορύφωση, η αντιπροεδρία σε ένα από τους πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Σε αυτούς τους θεσμούς η πολιτική ανεξαρτησία είναι δεδομένη και λειτουργεί παράγοντας και τροφοδοτώντας συμπεριφορές στο δημόσιο βίο που μένουν αδιαπραγμάτευτες και αναλλοίωτες στο χρόνο. Το κεκτημένο αυτό δηλαδή η πολιτική ανεξαρτησία του επέτρεψε να αποτελεί μια καθαρή «φωνή ευθύνης» για τα ελληνικά δημόσια πράγματα την ίδια ακριβώς στιγμή που ήταν και παραμένει ένα απολύτως διακριτό σημείο αναφοράς για τον ευρωπαϊκό και διεθνή παράγοντα. Κι αυτό το χαρακτηριστικό - από μόνο του- ήταν μια ακριβή περιουσία που δεν κατάφερε να αξιοποιήσει σωστά και υπεύθυνα ο απερχόμενος πρωθυπουργός ακόμα και όταν τον όρισε ως σύμβουλο του. Όταν άνοιξε η συζήτηση για το λεγόμενο «ειδικό ρόλο» του κ. Λ. Παπαδήμου στο τέλος του καλοκαιριού του 2010 –όταν η Ελλάδα βρισκόταν ήδη στην εποχή του Μνημονίου- δεν ήταν λίγοι εκείνοι εντός και εκτός κυβέρνησης Παπανδρέου που δεν είχαν κανένα πρόβλημα να αναφωνήσουν πως «ο Παπαδήμος δεν είναι … Σκιόπα» - αναφορά στον μακαρίτη πλέον Τομάζο Πάντοα Σκιόπα, στενό συνεργάτη του Ζακ Ντελόρ και του Ρομάνο Πρόντι, που δέχθηκε να παράσχει για 4 μήνες τις έμμισθες υπηρεσίες του στον κ. Παπανδρέου. Τότε συνέβη κάτι ανάλογο με το θρίλερ της πρωθυπουργίας που ζήσαμε όλοι μας πριν από λίγες μέρες. Ο κ. Παπαδήμος ήρθε με (κυβερνητικές) τυμπανοκρουσίες ως σύμβουλος Παπανδρέου –άτυπος και κυρίως και προς τιμήν του, άμισθος- αλλά πολύ γρήγορα φάνηκε πως κανείς δεν τον ήθελε στα πόδια του… Το κλειστό σύστημα του Μαξίμου –όπως συνέβη και πριν από λίγες μέρες- φοβήθηκε την παρουσία του κ. Παπαδήμου, όχι του «σημιτικού Παπαδήμου» αλλά του statesman Παπαδήμου. Το κυριότερο στοιχείο που φόβιζε το κλειστό σύστημα του Μαξίμου επί Παπανδρέου ήταν η φωνή ευθύνης του κ. Παπαδήμου αλλά και το γεγονός ότι διέθετε πραγματική επιρροή σε διεθνείς κύκλους ως αποτέλεσμα ενός ικανού αποθέματος αξιοπιστίας που είχε συγκεντρωθεί τα τόσα χρόνια της θητείας του σε θεσμούς όπως η Τράπεζα της Ελλάδος και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και αυτό το απόθεμα αξιοπιστίας θα μπορούσε να τεθεί στην υπηρεσία του εθνικού συμφέροντος –και μόνον- μέσα στο έτσι κι αλλιώς δαιδαλώδες σκηνικό διεθνών διασυνδέσεων, επαφών και σχέσεων. Με άλλα λόγια, ο κ. Παπαδήμος μπορούσε από τότε – τέλος καλοκαιριού , αρχές φθινοπώρου 2010- να λειτουργήσει σε προσωπικό επίπεδο και έχοντας την απαιτούμενη και αναγκαία νομιμοποίηση ως ένας άτυπος αλλά ουσιαστικός διπλωμάτης των συμφερόντων της ελληνικής οικονομίας μακριά από τους πειρασμούς των πολιτικών διαπραγματεύσεων και απλής προσκόμισης εκτυπωμένων σελίδων με ξερά νούμερα και στατιστικές… Άλλωστε, το 2010 ο κ. Παπαδήμος ολοκληρώνει από την θέση του αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ένα εξαετή κύκλο στην καρδιά του συστήματος για την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκείνη την ώρα λοιπόν ήταν το σωστό timing αλλά ο «χρόνος ΠΑΣΟΚ» είναι διαφορετικός και πάντα σε απόκλιση από την πραγματικότητα και τα ζητήματα της. Στο Μέγαρο Μαξίμου αλλά και στην ευρύτερη πολιτική τάξη των Αθηνών το φθινόπωρο του 2010 ο «…τραπεζίτης» ή «ο follower του Τρισέ» όπως έλεγαν πολλοί και διάφοροι στα πέριξ της Πλατείας Συντάγματος δεν ήταν χρειαζούμενος – «μακριά και αγαπημένοι» λοιπόν. Αλλά, ακόμη και τότε κανείς δεν τους πίστευε. Το γεγονός μάλιστα της αθρόας προσέλευσης τραπεζιτών, επιχειρηματιών και μάνατζερς στην πρώτη μετά την αποχώρηση του από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ομιλία του στην Αθήνα με θέμα την κρίση – στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Megaron Plus- το αποδεικνύει και το επιβεβαιώνει με τον πλέον επίσημο τρόπο. ‘Ηταν το ακροατήριο που κινητοποιήθηκε –όπως μπορούσε ο καθένας- τις κρίσιμες ώρες με τα τελευταία πείσματα των εκπροσώπων της πολιτικής τάξης των Αθηνών να αποδεχθούν την πραγματικότητα και τις επιταγές της.Σε εκείνη, λοιπόν, την ομιλία του στο υπόγειο συνεδριακό χώρο του Μεγάρου Μουσικής ο κ. Παπαδήμος επέλεξε να «κλείσει» με μια αναφορά στον ήρωα του Σαίξπηρ «Ιούλιο Καίσαρα» : «Η επιτυχία δεν εξαρτάται από τα άστρα, αλλά από εμάς». Τότε, οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες δεν μπορούσαν ίσως να φανταστούν πόσο γρήγορα για τον πολιτικό «χρόνο ΠΑΣΟΚ» θα τρέξουν τα πράγματα και πόσο το σαιξπηρικό μότο θα ταίριαζε στον ίδιο τον κ. Παπαδήμο που καλείται όχι μόνο να τα βάλει με τα «άστρα» αλλά και με την «κακή μας μοίρα»… Στην ίδια ομιλία ο κ. Παπαδήμος έκανε μια αναφορά με πολύ χιούμορ σε έναν σημαντικό Ευρωπαίο εν αποστρατεία πολιτικό, τον πρώην πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας Ζισκάρ Ντ΄Εσταίν. Εκείνη για τα ρολόγια και το ακροατήριο. Μόνο που στην περίπτωση του κ. Παπαδήμου η προσδοκία των ακροατών για την αναμενόμενη πολιτική του επισήμανση για τα ζητήματα της συγκυρίας τους απέτρεψε να κοιτούν επιδεικτικά τα ρολόγια τους και κυρίως από αμηχανία να τα κουνούν προκειμένου να διαπιστώσουν εάν εξακολουθούν να δουλεύουν… Με άλλα λόγια, οι συμμετέχοντες ήθελαν και επιθυμούσαν διακαώς να ακούσουν το «κάτι παραπάνω» από τα χείλη του. Εκείνος όμως παρέμεινε σταθερά και απαρέγκλιτα στη στάση του statesman. Σε αυτό το σημείο είναι χρήσιμο ένα μικρό στιγμιότυπο από την εκδήλωση στο Μέγαρο. Μια παρέα υψηλόβαθμων στελεχών –γνωστοί με τον κ.Παπαδήμο από τα παλιά- ανεβαίνοντας τα σκαλιά της ανόδου για να βρεθεί στην Λεωφόρο Βασ. Σοφίας σχολίαζε τα της εκδήλωσης. «Ένας Έλληνας Πρόντι ή ένας περισσότερο Ευρωπαίος Ζολώτας της εποχής μας», αναρωτήθηκε με διάθεση να ακουστεί και στις άλλες παρέες ένας εξ αυτών. Η απάντηση –που δεν τον ικανοποίησε καθόλου- ήρθε από ένα συνάδελφο του που προτίμησε να μείνει στα ουσιώδη: «Ο σημερινός Παπαδήμος είναι διαφορετικός σε σχέση με το παρελθόν. Ξέρει πλέον πώς να κρατά το ενδιαφέρον του ακροατηρίου του –ακόμα και επιστρατεύοντας ορισμένες πινελιές χιούμορ – και δεν διστάζει να έχει και άποψη!». Οντως, όσοι είχαν την τύχη να βρεθούν αργά το απόγευμα εκείνης της Τετάρτης στις αρχές Νοεμβρίου 2010 «άκουσαν» ένα διαφορετικό από τα συνήθη Παπαδήμο – ‘ενα Παπαδήμο λιγότερο του αναμενομένου ακαδημαϊκό, περισσότερο πολιτικό αν και πάντα εντός των ορίων που επιβάλλει ο βιωμένος ρόλος ενός statesman. Για παράδειγμα, η καίρια επισήμανση του για την ανάγκη της άμεσης και ριζικής αντιμετώπισης του «σκληρού πυρήνα» του προβλήματος της δημοσιονομικής εξυγίανσης –που μεταξύ άλλων αφορά και την επιλογή μεταφοράς πληθώρας δραστηριοτήτων από το δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα- συνδυασμένη με την επιταγή των καιρών για την διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος που στηρίζεται στην δυναμική της πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης αποτελεί μια σύγχρονη ελληνική εκδοχή μιας τυπική πλην υπεύθυνης σοσιαλδημοκρατικής σχολής που θέλει και επιδιώκει χρήσιμες και αποτελεσματικές δημόσιες πολιτικές για τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της πλειοψηφία ς των πολιτών αλλά σε πλήρη και ανοικτό διάλογο με τις παραγωγικές δυνάμεις της αγοράς . Η επισήμανση αυτή έχει το νόημα αλλά και την αξία της για τα σημερινά και το δύσκολο κομμάτι της προσπάθειας για την αποφυγή της ολοκληρωτικής χρεωκοπίας. Πάντως, το γεγονός ότι ο λόγος του και σε εκείνη την εκδήλωση ξεφεύγει από τα καθιερωμένα και τα συνήθη – λόγος που προτάσει το «εθνικό» σε τρόπο τέτοιο που να ενώνει τα διεστώτα , επιχειρώντας να καταστήσει άγονη την όποια κομματική αντιπαράθεση περί μνημονίου και άλλων τινών- φαίνεται πως ήταν αρκετό για καταφθάσει στο Μέγαρο σύσσωμο το οικονομικό επιτελείο της «σκιώδους» της Ρηγίλλης -επικεφαλής ο πρώην Επίτροπος και νυν αντιπρόεδρος της ΝΔ κ. Σταύρος Δήμας και από κοντά και οι αναπληρωτές του, ο βουλευτής κ. Χρήστος Σταϊκούρας και ο εκ Λονδίνου τραπεζικός κ. Νότης Μηταράκης. Μάλιστα, την ίδια στιγμή που από την κυβέρνηση δεν πήγε σχεδόν κανείς- με την εξαίρεση της τυπικής παρουσίας του τότε αναπληρωτή υπουργού κ. Γιώργου Κουτρουμάνη και του τότε υφυπουργού κ. Δημήτρη Κουσελά.Με ορισμένους από τους προαναφερόμενους ο κ. Παπαδήμος πρόκειται, καλώς εχόντων των πραγμάτων, να συνεργασθεί στο πλαίσιο της νέας κυβερνητικής προσπάθειας αλλά και της ευρύτερης εθνικής συνεννόησης. Πάντως, η σαιξπηρική φράση :«Η επιτυχία δεν εξαρτάται από τα άστρα, αλλά από εμάς» μάλλον θα χρειασθεί να ειπωθεί και να ξαναειπωθεί! Αλλωστε, ο κ. Παπαδήμος ούτε τώρα, ούτε παλαιότερα έχει φοβηθεί να πει την αλήθεια και να παρουσιάσει την πραγματικότητα μέσα από τα δικά της δεδομένα. Για παράδειγμα, σε ένα τελευταίο άρθρο-παρέβαση του (Οκτώβριος 2011) που κάνει και μια εκτενή αναφορά στα του «κουρέματος» του ελληνικού χρέους δεν διστάζει να γράψει και να υποστηρίξει το προφανές: «∆εν υπάρχουν δωρεάν γεύµατα για τους οφειλέτες ούτε εύκολες λύσεις για τους πιστωτές». Ο νοών νοείτω… Μάλιστα, σε αυτό το άρθρο-παρέμβαση –που ορισμένοι από το σκληρό πυρήνα της κυβέρνησης Παπανδρέου διάβασαν ηθελημένα λάθος- ο κ. Παπαδήμος συνδέει το ελληνικό πρόβλημα με το ευρύτερο Ευρωπαϊκό και θέτει τις βάσεις για μια ουσιαστική προσπάθεια αντιμετώπισης και επίλυσης.Ένα μικρό αλλά απολύτως ενδεικτικό απόσπασμα είναι χρήσιμο: «Σε μια µη εθελοντική αναδιάρθρωση του ελληνικού δηµόσιου χρέους είναι πιθανόν ότι θα οδηγήσει σε περιορισµένα (καθαρά) οικονοµικά οφέλη και θα συνεπάγεται σηµαντικούς κινδύνους που θα απειλήσουν σοβαρά τη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα και τις οικονοµικές επιδόσεις της ευρωζώνης στο σύνολό της. Αν γίνουν πραγµατικότητα αυτοί οι κίνδυνοι, θα οδηγήσουν τελικώς σε µεγαλύτερη επιβάρυνση για τους ευρωπαίους φορολογουµένους, θα έχουν ανεπιθύµητες επιπτώσεις για τη συνοχή και τη σταθερότητα της ευρωζώνης και θα υπονοµεύσουν την αξιοπιστία του ευρώ. Για όλους αυτούς τους λόγους ένα ολοκληρωµένο και πειστικό πακέτο πολιτικών το οποίο θα βοηθήσει στην αποκατάσταση της εµπιστοσύνης των αγορών όσο και των ευρωπαίων πολιτών είναι επειγόντως αναγκαίο για την επίλυση της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους».Πάντως, οι υπουργοί της κυβέρνησης Παπανδρέου που διάβασαν –ηθελημένα- λάθος τα γραφόμενα και τις προσεγγίσεις Παπαδήμου δεν ήταν οι πρώτοι και προφανώς δεν θα είναι και οι τελευταίοι. Πριν πέντε περίπου χρόνια –κάπου εκεί στο 2006- και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία αξιολόγησης της υποψηφιότητας του Λουκά Παπαδήμου –τότε έκλεινε ήδη 4 χρόνια στο κρίσιμο και απαιτητικό πόστο της αντιπροεδρίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας- για την Ακαδημία Αθηνών ορισμένοι υποστηρικτές μιας «αντίπαλης» υποψηφιότητας, εκείνης του καθηγητού Π. Γέμπτου, πρόβαλλαν το επιχείρημα: «Ούτε μια μονογραφία δεν έχει δική του – όλες τις έχει συνυπογράψει με άλλους». Το επιχείρημα αυτό θεωρήθηκε ότι λειτουργούσε και κέρδιζε έδαφος. Και δώστου ξανά και ξανά με τους «άλλους» και τις «μονογραφίες»… Μέχρι εκεί άντεξε η αείμνηστη Αγγελική Λαϊου – η δεύτερη στη σειρά Ελληνίδα ακαδημαϊκός με πολύχρονη και επιτυχημένη πορεία σε πανεπιστήμια του εξωτερικού- και σηκώθηκε παρά τα προβλήματα υγείας όρθια και απάντησε με όση δύναμη της απέμενε: «Ακούω συνεχώς για τις μονογραφίες και τους άλλους αλλά θέλω να σας ρωτήσω αν ξέρετε τους άλλους… και είναι όλοι τους Νομπελίστες».Κανείς δεν τόλμησε να επαναλάβει το επιχείρημα και η διαδικασία προχώρησε δίχως άλλα προβλήματα. Ο κ. Παπαδήμος κέρδισε και την εκλογή του στην Ακαδημία Αθηνών! Kωστας Τσαουσης. [δημοσιεύθηκε στην εφημεριδα ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ την Κυριακη 13 Νοεμβριου 2011]

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Υπαρχουν «Ριχαρδοι» στις Δημοκρατιες της Δυσης;

Μια κριτική πριν 51 ολόκληρα χρόνια ταιριάζει γάντι στη παράσταση του σαιξπηρικού «Ριχάρδου του Γ΄» -με τον Κevin Spacey στον ομώνυμο ρόλο- στη σκηνή του ιστορικού θεάτρου The Old Vic του Λονδίνου. «Φυσικά, η σκηνική ερμηνεία ενός τόσο κολοσσιαίου έργου παρουσιάζει μέγιστες δυσκολίες συνεπώς ένας θίασος δεν επιτρέπεται ν΄ αποφασίσει το ανέβασμά του αν δεν καλοσταθμίσει τις δυνατότητές του. Και πρώτα χρειάζεται ένας πρωταγωνιστής ολκής, που να επωμισθεί τον δυσκολότατο ρόλο του κεντρικού ήρωα».

Το κείμενο υπογράφεται από το συγγραφέα Μ. Καραγάτση με αφορμή το ανέβασμα του σαιξπηρικού δράματος στη σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου και σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή (ο οποίος κράτησε για τον εαυτόν του και το ρόλο του Ριχάρδου).

Και δεν είναι μόνον η προϋπόθεση της ύπαρξης ενός «πρωταγωνιστή ολκής» για ένα επιτυχημένο σκηνικό αποτέλεσμα αλλά και «ο ρεαλιστικός τόνος (…), ο ξεκαθαρισμένος από κάθε άτοπο στόμφο η ρητορισμό». Το στοιχείο αυτό ο Καραγάτσης το πιστώνει στον Μινωτή και είναι ειλικρινής ως προς την κρίση του. Έτσι κι αλλιώς, λίγες γραμμές παρακάτω ο συγγραφέας αποκαλύπτει το ουσιαστικό του ερέθισμα: « Έτυχε προ ετών να δω τον «Ριχάρδο Γ'» στο θέατρο «Όλντ Βηκ» του Λονδίνου, με πρωταγωνιστή τον Λόρενς Όλιβιερ – τον μέγιστο ηθοποιό του καιρού μας. Θέαμα και ακρόαμα συγκλονιστικό! Εκείνο όμως που μου έκανε βαθύτατη εντύπωση ήταν η λιτότης της ερμηνείας. Όπως άνοιξε η αυλαία ο Ριχάρδος Γ' (Λόρενς Όλιβιερ) προχώρησε στο προσκήνιο για να πει τον περίφημο μονόλογο και τον είπε με απόλυτη φυσικότητα, ωσάν να εκμυστηρευόταν τα μυστικά σχέδιά του σε κύκλο φίλων, μεταξύ τυριού και αχλαδιού».

Αν …σβήναμε το χρόνο και αλλάζαμε ονόματα η κριτική του Καραγάτση θα ήταν και πάλι επίκαιρη και κυρίως θα έβρισκε τον στόχο της.Και ως προς την προσέγγιση του σκηνοθέτη Sam Mendes και ως προς την ερμηνεία του Kevin Spacey . Άλλωστε, ο τελευταίος δεν είναι παρά ένας «πρωταγωνιστής ολκής» που με την βοήθεια του φίλου και συνεργάτη Mendes δεν καταφέρνει απλώς να «διερευνήσει την σκοτεινή πλευρά» του ρόλου αλλά να αποδείξει ότι ο σαιξπηρικός «Ριχάρδος» δεν είναι μια φιγούρα του απώτατου ιστορικού παρελθόντος ή ένα από τα χιλιάδες κομμάτια του πάζλ της αγγλικής ιστορίας.

Ο δικός του «Ριχάρδος» - με την συνδρομή του Mendes- είναι ένα αυτοκρατορικό αρχέτυπο που μπορεί να συναντά και να διαλέγεται εποχές και πρόσωπα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους αλλά και τόσο όμοια.

Η έκφραση «αυτοκρατορικό αρχέτυπο» -μια έκφραση κλειδί για την πληρέστερη κατανόηση του στόχου του Mendes- ανήκει σε ένα γνωστό Βρετανό δημοσιογράφο- τον Simon Tisdall, Foreign Affairs Columnist & Assistant Editor της εφημερίδας The Guardian. O Tisdall υπογράφοντας ένα κείμενο με τον τίτλο «Trail of Tyranny» -φιλοξενείται στο πρόγραμμα της παράστασης- προσδιορίζει το πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα του σκηνικού εγχειρήματος. Αλλωστε, το κείμενο του διανθίζεται με φωτογραφίες του Καντάφι, του Μουμπάρακ αλλά και της βορειοκορεατικής κομμουνιστικής δυναστείας των Κιμ έτσι ώστε να μην υπάρχει καμία μα καμία παρανόηση για τους προσανατολισμούς της παράστασης και τις συσχετίσεις που εκείνη παράγει, προβάλλει και υπερασπίζει.

Σε κάθε περίπτωση, η συσχέτιση του «Ριχάρδου» με τον Καντάφι, τον Μουμπάρακ και τους Κιμ δεν είναι μια αυθαίρετη πρωτοβουλία του δημοσιογράφου Tisdall αλλά ένα συστατικό στοιχείο του πυρήνα της προσέγγισης του δίδυμου Mendes- Spacey. Στο πρόγραμμα της παράστασης φιλοξενείται μια συνομιλία των δύο φίλων και συνεργατών – το κείμενο φέρει τον τίτλο «Exploring the dark site»- όπου και οι δύο καταγράφουν με πολύ αναλυτικό τρόπο τις απόψεις τους.

O Mendes υποστηρίζει ότι το δημιούργημα του Σαίξπηρ είναι «ένα από τα πρώτα σπουδαία πορτραίτα των δικτατόρων της σύγχρονης εποχής». Ένα πορτραίτο που αντέχει στο χρόνο και έρχεται να «κουμπώσει» με τις φιγούρες που κοσμούν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, τις φιγούρες του Καντάφι ή του Μουμπάρακ.

Στην ίδια κατεύθυνση ο Spacey επισημαίνει: « Όταν θέτεις τον ρόλο σε ένα σύγχρονο πλαίσιο - και θα μπορούσε στη θέση του να βρεθεί κάποιος που φέρνει στον Καντάφι ή τον Μουμπάρακ- καθίσταται περισσότερο από εμφανές το πόσο πολύ ο Ριχάρδος ο Γ΄ σχετίζεται με τον τύπο της προσωπικότητας του, με τα media και την χειραγώγηση, τις συμμαχίες και τις μικροπρεπείς ζηλοτυπίες. Επιπλέον, ο ίδιος βρίσκει εξόχως συναρπαστικό το γεγονός του τι αντιλαμβάνεται και το τι αποκρυπτογραφεί ένα σύγχρονο ακροατήριο, ακόμη και εάν δεν γνωρίζει και τόσο καλά τον Σαίξπηρ.

Υπερβαίνοντας και τους δύο, ο Tisdall στο δικό του κείμενο αναφέρεται στους παράλληλους βίους του Ριχάρδου και του Καντάφι ως προς την κατάληψη της εξουσίας. Το πραξικόπημα του νεαρού Συνταγματάρχη και των συντρόφων του το 1969 στην Τρίπολη της Λιβύης που κατέληξε στην κατάργηση του βασιλικού καθεστώτος και στην εκδίωξη του βασιλιά Ιντρις παρομοιάζεται με την αιματηρή προσπάθεια του Ριχάρδου και των ευκαιριακών συμμάχων του να καταλάβουν την εξουσία.

Σε κάθε περίπτωση, το δίδυμο Mendes- Spacey μένει πιστά προσηλωμένο στο ίδιο το κείμενο, αφήνοντας κατά μέρος τους πειρασμούς μιας μοδάτης προσέγγισης- έτσι κι αλλιώς, δεν τους χρειάζεται καμιά ένθεση, αλλοίωση ή παράκαμψη. Τα δικά τους σχόλια έχουν να κάνουν τόσο με την ερμηνεία του Spacey όσο και με την ευρύτατη χρήση όλων των διαθέσιμων τεχνολογικών μέσων αλλά και την αξιοποίηση της κινηματογραφικής τεχνογνωσίας– το πανταχού παρών video, οι μεγάλες οθόνες που φέρνουν στο νου τον οργουελικό Μεγάλο Αδελφό, οι υπαινικτικές πινελιές για τα media, τα τσαλιμάκια με την Ιστορία όπως οι τυμπανιστές ως σκηνή από την ναζιστική εποχή ή το κρέμασμα ανάποδα αλά Μουσολίνι στο τέλος της παράστασης που αναγκάζει τον Spacey ως άψυχο κουφάρι του νικημένου Ριχάρδου να αιωρείται στο κενό…

Ο σαιξπηρικός «Ριχάρδος ο Γ’» μια παραγωγή του λονδρέζικου The Old Vic –καλλιτεχνικός διευθυντής του οποίου είναι τα τελευταία χρόνια ο οσκαρικός Kevin Spacey, το νεοϋρκέζικο Brooklyn Academy of Music (BAM) και η εταιρεία παραγωγής Neal Street –στην οποία ο σκηνοθέτης της παράστασης και βραβευμένος στο πλευρό του Spacey για το «American Beauty» Sam Mendes συμπεριλαμβάνεται στον ιδρυτικό της πυρήνα. Η παραγωγή αυτή είναι ενταγμένη σε ένα τριετές πρόγραμμα διατλαντικής καλλιτεχνικής συνεργασίας που «ακούει» στον όνομα The Bridget Project.

Αυτό το project είχε ως κύριο και βασικό χορηγό μια αμερικανική τράπεζα –την Bank of America Merrill Lynch- αλλά και έναν υποστηρικτή ελληνικής καταγωγής:To Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Ο Spacey και με αφορμή αυτό το πρόγραμμα διατλαντικής συνεργασίας αποδεικνύεται πως δεν είναι μόνον ένας επιτυχημένος καλλιτεχνικός διευθυντής στο ιστορικό Old Vic αλλά και ένας manager στον χώρο της διεθνούς αγοράς παροχής υπηρεσιών πολιτισμού με αξιοσημείωτες επιδόσεις.



Αλλά, ας επιστρέψουμε για λίγο στον Καραγάτση και όλα όσα γράφει στην κριτική του για τον Λώρενς Ολιβιέ. Ο συγγραφέας –ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος ενός καθαρόαιμου αστικού μυθιστορήματος στην χώρα μας- επιλέγει να αναδείξει και να προβάλλει το στοιχείο της ερμηνευτικής λιτότητας. Το ίδιο ισχύει και για τον Spacey. Με μόνη διαφορά ότι ο βραβευμένος με Οσκαρ ηθοποιός επιστρατεύει για την επίτευξη αυτής της ερμηνευτικής λιτότητας το ίδιο του το σώμα. Ένα σώμα σμπαραλιασμένο, μια εξ αρχής δύσμορφη παρουσία. Μια ορατή από παντού καμπούρα, ένα πόδι βαλμένο στα …σίδερα και ένα χέρι που γίνεται ένα με το μπαστούνι- όργανο για άμυνα και για επίθεση ανά πάσα στιγμή!!!

Ως έτοιμος από καιρό ο Spacey ήταν αποφασισμένος εξ αρχής να σμπαραλιάσει την Εικόνα του και ως «πρωταγωνιστής ολκής» να αναδείξει το ξεχωριστό Πρόσωπο του έστω και μέσα από ένα ρόλο που ανακαλύπτει τις εωσφορικές διαστάσεις που παράγει η εξάρτηση από την γοητεία της Εξουσίας. Και το ερώτημα είναι ποιος διεκδικεί επάξια την κληρονομία του Εωσφόρου: Ο Ριχάρδος ως persona ή ως φορέας μιας αδυσώπητα καταπιεστικής εξουσίας; Ο συγγραφέας Άγγελος Τερζάκης το 1960 όταν ανεβαίνει η παράσταση του Μινωτή είναι ο διευθυντής του Δραματολογίου του Οργανισμού Εθνικού Θεάτρου και γράφει ένα εκτεταμένο κείμενο –φιλοξενείται στο πρόγραμμα της παράστασης- όπου μεταξύ άλλων επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει την μορφή του Ριχάρδου. Ο Τερζάκης –συντηρητικός φύσει και θέσει- παραμένει σταθερά προσηλωμένος στην ερμηνεία της «εωσφορικής μορφής». «Η εκπληκτική σύλληψη της τραγωδίας αυτής είναι η κεντρική μορφή της. (…) Ν' αναλύσει κανένας στα συστατικά της στοιχεία τη μορφή του Ριχάρδου δεν είναι βέβαια, θεωρητικά, δύσκολο. Εκείνο ωστόσο που θα διαπιστώσει ο μελετητής στο τέλος με βαθιά του απορία, είναι τούτο: Πως όλη αυτή η ανάλυση, με οσοιδήποτε ευσυνειδησία, οξυδέρκεια, κι' αν γίνει, δεν θα καταφέρει τελικά να εξακριβώσει την πραγματική φύση του μυστηρίου. Του μυστηρίου της σκοτεινής γοητείας που αποπνέει η εωσφορική αυτή μορφή».

Η «εωσφορική μορφή» –από μόνη της δεν αντέχει στην έκθεση στο πραγματικό κόσμο- και κυρίως δεν μπορεί να λειτουργήσει ως όχημα για τις επιλογές του διδύμου Mendes- Spacey. Στο πάνθεον του η «εωσφορική μορφή» είναι περισσότερο ένας ιδιότυπος serial killer στα ενδότερα της εξουσίας χωρίς εξ ανάγκης με χέρια βαμμένα στο αίμα…

Ας επιστρέψουμε όμως για λίγο στον Τερζάκη και στο ιστορικό πλαίσιο που αποτυπώνει: «Είναι τα ματοβαμμένα περιστατικά που τερματίζουν τον Πόλεμο των δύο ρόδων. Με άσπρο τριαντάφυλλο για έμβλημα του ο οίκος των Γιόρκ, με κόκκινο ο οίκος των Λάνγκαστερ, αλληλοπολεμιόνται και ξεσκίζουν στο μάκρος τριάντα χρόνων την Αγγλία. Στο ξεκίνημά τους
Λάνγκαστερ και Γιόρκ ήταν μια και μόνη οικογένεια: οι Πλανταγενέτες. Ο Ριχάρδος, δούκας του Γκλόστερ, τελευταίος Πλανταγένετης, θ' ανέβει στο θρόνο με τ' όνομα Ριχάρδος ο Γ', ύστερα από μια σειρά εγκλήματα, και θα πέσει το 1485 στη μάχη του Μπόσγουωρθ, παραχωρώντας τη θέση του στον νικητή του, τον Ερρίκο του Ρίτσμοντ, πρώτο βασιλέα από τον οίκο των Τύδωρ». Και όμως ο Mendes προτιμά να μην θυμάται το ιστορικό πλαίσιο του Πολέμου των Δύο Ρόδων και οτιδήποτε καθηλώνει τον Ριχάρδο του ως κομμάτι της ιστορίας του νησιού ή της ιστορίας της μοναρχίας. Ο ίδιος προτιμά ο Ριχάρδος του νε έχει και να επιδεικνύει την εξωστρέφεια και την διαχρονικότητα του αλλά και την πεποίθηση του ότι όλα ξεκινούν και γυρίζουν γύρω από το αδυσώπητα σκληρό power game…
Αλλά, ας προσπαθήσουμε να διαβάσουμε ξανά τον Τερζάκη: «Δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με το αίνιγμα των ελατηρίων, καθώς στον Ιάγο, η και- σ' άλλο επίπεδο- στον Άμλετ. Τα ψυχολογικά ελατήρια του Ριχάρδου είναι πολύ σαφή,
τα έλαφρυντικά του επίσης. Τα τελευταία, συνοψίζονται σε τούτο: Φοβερά αδικημένος από τη Φύση στο κορμί του, έχει εξ' άλλου απόλυτη, δικαιολογημένη επίγνωση της διανοητικής του υπεροχής μέσα στον κόσμο του και στην εποχή του. Νιώθει πως οι εσωτερικές του δυνατότητες τον προορίζουν για τα μέγιστα. Και αρνείται να παραδεχτεί τα όσα εμπόδια, συμπτωματικά, αράδιασε η τύχη μπροστά στα βήματα του. Η αντινομία ανάμεσα στη σωματική του διάπλαση και στις
ουσιαστικές του ικανότητες δημιουργεί μέσα του την ανταρσία, τον εξερεθίζει. Απομονωμένος, εξ' αιτίας της πρώτης, από το υπόλοιπο ανθρώπινο γένος, που το περιφρονεί εξ΄ αιτίας της δεύτερης, παίρνει στάση εχθρική απέναντι σ' όλους και σ' όλα. Από εκεί και πέρα, κάθε μέσο του είναι πρόσφορο. Έχει τοποθετήσει τον εαυτό του έξω από τα μέτρα της κοινής ηθικής, όπως η Φύση τον τοποθέτησε έξω από την κοινότητα των ανθρώπων».

Η κλασσική –σχεδόν μουσειακή- προσέγγιση του Τερζάκη δεν έχει σχέση με το εγχείρημα των Mendes- Spacey. Στην σκηνή του λονδρέζικου Old Vic o Spacey είναι πάνω απ΄όλα ένας μάχιμος διανοούμενος των καιρών που ανά πάσα στιγμή καταφέρνει να ισορροπεί με αξιοθαύμαστο τρόπο μεταξύ της καλά εδραιωμένης παράδοσης που άφησαν πίσω τους παρακαταθήκη οι μεγάλες ερμηνείες των σαιξπηρικών ρόλων –για παράδειγμα η ερμηνεία του Λώρενς Ολιβιέ στο ίδιο θέατρο- αλλά και της στοχευμένης πολιτικής ματιάς του σκηνοθέτη, την οποία αποδέχεται και υπηρετεί. Στο σημείο αυτό θα είχε πιθανότατα θέση άλλη μια επισήμανση του Τερζάκη: «Υπάρχει μια κλασική σχεδόν χροιά στην ιδέα αυτή της εμμονής του κακού από γενιά σε γενιά, και δεν θα ήταν ίσως υπερβολικά παράτολμο να φανταστεί κανένας πως ο μέγας ελισαβετιανός
ακολουθούσε εδώ μια αρχαία ελληνική τραγική αντίληψη, μεταφερόμενη στον κόσμο του από τον Σενέκα. Ούτε λείπουν από το έργο τα σημάδια κάποιας- έμμεσης και μακρινής έστω- κλασικής επιρροής. Το πρόσωπο της Μαργαρίτας, που μέσα σε μια φρικτή ακινησία συμβόλου σχεδόν, καταριέται και προφητεύει, έχει κάτι το παράδοξα κι έντονα αρχαϊκό. Όπως και ο εναρκτήριος μονόλογος του ήρωα, που θέτει με παρρησία κατηγορηματική το κεντρικό θέμα του έργου
για να προχωρήσει στην ανάπτυξή του- τη δράση- δίχως χρονοτριβή, θυμίζει πρόλογο του Ευριπίδη. Ποτέ ίσως δεν θα μάθουμε ίσα με ποιο ακριβώς σημείο οι μεγάλοι ελισαβετιανοί
δέχονταν και αφομοίωναν το αρχαίο ελληνικό δίδαγμα η και ίσα με ποιο σημείο το απέκρουαν συνειδητά, για χάρη της αισθητικής του καιρού τους...».


Το ερώτημα, πάντως, πέρα από τα προφανή με τις συσχετίσεις του Ριχάρδου με τους κάθε λογής Καντάφι, Μπουμπάρακ και Κιμ είναι ένα και αρκετά προκλητικό: Που κατοικούν σήμερα ο Ριχάρδος και τα σύνθετα παράγωγα προϊόντα του στις Δημοκρατίες της Δύσης; Επιπλέον, δε μερικά συμπληρωματικά ερωτήματα: Με τι ασχολούνται; Σε ποιο βαθμό επηρεάζουν δίχως την απειλή του αίματος τις δημόσιες υποθέσεις και τι είναι για αυτούς η έννοια του δημόσιου συμφέροντος;

Πιθανότατα, απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα θα έδιναν με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο και οι δύο συντελεστές της παράστασης του προγράμματος διατλαντικής καλλιτεχνικής συνεργασίας The Bridge Project αν τους είχαν προλάβει τα γεγονότα με την εφημερίδα News of the World συμφερόντων της οικογένειας Murdoch.

Ίσως, μια πρώτη απάντηση είναι το στήσιμο της σκηνής με τους πολίτες στο μετρό να κρέμονται από τις χειρολαβές και να διαβάζουν τα νέα που καταφθάνουν από το παλάτι -ως ένας χορός αρχαίου δράματος- και με τα «συννεφάκια» - το σήμα κατατεθέν της βρετανικής τηλεοπτικής παραγωγής- για φόντο…

[το κειμενο γραφτηκε τον περασμενο Ιουλιο και φιλοξενηθηκε μετα απο προτροπη και ενθαρρυνση του φιλου Ηλια Κανελλη στο μηνιαιο περιοδικο the book's journal - τευχος 10,Αυγουστος 2011]

Ο καπετανιος της …Πιστεως!!!



Μια ζωή ανάμεσα στο «εμπόριο του χρήματος» και την «ευαισθησία των χρωμάτων».

Ένα πορτραίτο του επικεφαλής της Alpha Bank Γιάννη Κωστόπουλου.


Αύγουστος του 1999. Ο «καύσωνας» της Σοφοκλέους έχει μεταφερθεί με απροσδιόριστη ταχύτητα χιλιόμετρα μακριά και δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστο και το γραφικό Φισκάρδο, το μικρό λιμανάκι στα βόρεια της Κεφαλονιάς. Εκεί, έχει «δέσει» με την άνεση του έμπειρου ιστιοπλόου ο κ. Γιάννης Κωστόπουλος που προσπαθεί να «επιβιώσει» με όσες αντοχές διακριτικότητας διαθέτει από την κατάληψη της προκυμαίας που έχουν πραγματοποιήσει οι νεόπλουτοι «σκαφάτοι»….
Ο ίδιος έχοντας στο πλευρό του, την σύντροφο του Ειρήνη Μολφέση , δίχως συνοδεία φουσκωτών και … αυλικών παντός είδους περνά σχεδόν απαρατήρητος ανάμεσα στο πλήθος. Άλλωστε, εκείνο το αυγουστιάτικο βράδυ όλοι, μόνιμοι κάτοικοι και επισκέπτες, ασχολούνται με τις παρέες των «επωνύμων αστέρων των limit up» που συναγωνίζονται η μια την άλλη σε …θόρυβο και οι αρχηγοί τους συμπεριφέρονται σαν κακομαθημένα πλουσιόπαιδα που αγωνιούν για να ξοδεύσουν και το τελευταίο κέρμα από το χαρτζιλίκι των γονιών τους…
Από αυτήν την εικόνα της άσκοπης επίδειξης πλούτου και δύναμης ο κ. Κωστόπουλος εκείνη την αυγουστιάτικη βραδιά στάθηκε μακριά συνεπής με μια φιλοσοφία και στάση ζωής. Το μόνο που επέτρεψε στον εαυτόν του ήταν ένα σχόλιο: «Άλλα ήθη…».
Ε, ναι «άλλα ήθη» από τα δικά του. Από εκείνα πουεπιτρέπουν να τιμάς (και δημοσίως) φιλίες , φίλους και συνεργάτες, να αναγνωρίζεις (και δημοσίως) «ανθρώπων έργων» και απονέμεις (και δημοσίως) εύσημα …
Δεν είναι τυχαίο που ο κ. Κωστόπουλος από το πάνελ της πρόσφατης συνέντευξης τύπου για την «αναγγελία του γάμου» μεταξύ Alpha και Eurobank δεν παρέλειψε να τιμήσει την συνεισφορά του «Νέστορα» της τραπεζικής επενδυτικής, του κ. Γιώργου Γόντικα αλλά και να αναφερθεί στην πολύχρονη –κοντά μισό αιώνα- φιλία του με τον μέχρι τούδε, πρόεδρο της Eurobank κ. Τίμο Χριστοδούλου. Όπως επίσης δεν είναι καθόλου τυχαίο πως ο κ. Κωστόπουλος σήκωσε το τηλέφωνο και ενημέρωσε την σύζυγο του αείμνηστου Θόδωρου Καρατζά και προσωπική του φίλη, την κα Όλγα Καρατζά για το αίσιον τέλος των διαπραγματεύσεων και το ευτυχές γεγονός της επικείμενης συγχώνευσης. Άλλωστε, αρκετά στελέχη του τραπεζικού κλάδου αλλά και δημοσιογράφοι θυμούνται πως ο κ. Κωστόπουλος ήταν από τους πρώτους που έσπευσαν στα εγκαίνια του νέου διοικητικού μεγάρου της Εθνικής Τράπεζας επί της Οδού Αιόλου, δίπλα στο παραδοσιακό συγκρότημα, ασχέτως του αν την προηγουμένη κιόλας ημέρα είχε ανακοινωθεί η ματαίωση του σχεδίου της μεγάλης συγχώνευσης Εθνικής-Alpha. Ήταν εκεί για να συμμερισθεί και να συμμετάσχει στην χαρά του φίλου του, που παρέμεινε φίλος του και στα εύκολα και τα δύσκολα!!!
Με άλλα λόγια, ο τρίτης γενιάς τραπεζίτης και σπουδαγμένος ναυπηγός ήταν, είναι και σε κάθε περίπτωση παραμένει αμετακίνητα σταθερός σε αρχές και σε αξίες – χαρακτηριστικός εκπρόσωπος μιας γενιάς επιχειρηματιών που ανδρώθηκε μέσα από τις περιπέτειες της μεταπολεμικής Ελλάδας και στάθηκε υπεράνω των κομματικών αντιπαραθέσεων επιλέγοντας να υπερασπισθεί με την στέρεα συνείδηση του θεσμικού της ρόλου την υιοθέτηση και την προώθηση ενός πλαισίου που συνδύαζε την οικονομική ανάπτυξη με την κοινωνική πρόοδο. Ο ίδιος – όπως και άλλοι εκπρόσωπο της ίδιας γενιάς όπως ο κ. Θεόδωρος Παπαλεξόπουλος και ο κ. Νίκος Στασινόπουλος- δεν ταυτίστηκε με κόμματα και δεν στρατεύθηκε στην υπηρεσία συγκυριακών πολιτικών επιδιώξεων και σχεδιασμών αλλά παρέμεινε πιστός στην αρχή της λαϊκής ετυμηγορίας και δημοκρατικής νομιμοποίησης ακόμα κι όταν φωνές από τον ευρύτερο φιλικό και κοινωνικό περίγυρο φιλοδοξούσαν να αναλάβει ο ίδιος και η τράπεζα που διεύθυνε την ηγεσία του αγώνα υπέρ των συμφερόντων της ιδιωτικής πρωτοβουλίας την εποχή του «βαθέος ΠΑΣΟΚ» τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80.
Ο ίδιος σε κάθε περίπτωση παρέμεινε ψύχραιμος και πραγματιστής, ευγενής και προσηλωμένος σε σταθερές αρχές και αξίες που υπηρετούν την ενότητα και όχι την διαίρεση και τον κατακερματισμό. Ένας συνδυασμός κοσμοπολίτη με ελληνολάτρη που στέκεται πέρα από επιθετικούς χαρακτηρισμούς και στερεότυπα…
Ο 73χρονος σήμερα Γιάννης Κωστόπουλος –γεννήθηκε στην Αθήνα το 1938- μεγάλωσε, δίχως άλλο, σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που «ζούσε» από την τραπεζική δραστηριότητα και «ανέπνεε» με την τέχνη της ζωγραφικής. Ένα οικογενειακό περιβάλλον ανάμεσα στο «εμπόριο του χρήματος» και την «ευαισθησία των χρωμάτων». ‘Αλλωστε, η στενή σχέση αυτών των δύο οικογενειακών συστατικών αντανακλάται δίχως άλλο στην φυσιογνωμία και την δράση του κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου που ίδρυσαν στην επέτειο των 100 χρόνων ζωής της οικογενειακής τράπεζας οι γονείς του Γιάννη Κωστόπουλου, ο Σπύρος και η Ευρυδίκη.
Ο πατέρας του, ο Σπύρος Κωστόπουλος ήταν γιός του ιδρυτή της Τράπεζας Καλαμών- πρόγονος της σημερινής Alpha Bank- Ιωάννη Φ. Κωστόπουλου. Για την ακρίβεια του πράγματος, η τραπεζική δραστηριότητα της οικογένειας ξεκινά το 1879 στην Μεσσηνιακή πρωτεύουσα όταν ο καταγόμενος από το χωριό Σπερχογεία – 9 χιλιόμετρα απόσταση από την Καλαμάτα- Ιωάννης Φ. Κωστόπουλος ιδρύει την ομώνυμη εμπορική επιχείρηση, ενώ το 1918 το τραπεζικό τμήμα του οίκου "Ι. Φ. Κωστοπούλου" μετονομάζεται σε "Τράπεζα Καλαμών".
Το 1924 –την χρονιά που η μοναρχία δίδει την θέση της στο πολίτευμα της προεδρευομένης Δημοκρατίας και μόλις δύο χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή- η έδρα της οικογενειακής τράπεζας μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Τότε, αποκτά το νέο της τίτλο –χωρίς γεωγραφική ή τοπική αναφορά. Με τον τίτλο "Τράπεζα Ελληνικής Εμπορικής Πίστεως", η τράπεζα κατάφερε να επιβιώσει από την ντόμινο της κατάρρευσης των μικρών ιδιωτικών τραπεζών της δεκαετίας του 30.
Τρία χρόνια μετά την Απελευθέρωση από τους Γερμανούς – το 1947- η επωνυμία άλλαζει και πάλι και καθιερώνεται ο τίτλος : "Τράπεζα Εμπορικής Πίστεως". Σε μια μονάδα, σε ένα πόστο αυτής της τράπεζας πρωτοδούλεψε ο κ. Γιάννης Κωστόπουλος το 1963. Είναι η εποχή που ο θείος του, Σταύρος Κωστόπουλος από την παλαιά φρουρά των πολιτευτών των βενιζελογενών Φιλελευθέρων φιγουράρει ανάμεσα στα προβεβλημένα στελέχη της Ενωσης Κέντρου.
Ο θείος του σημερινού προέδρου της Αlpha Bank και επικεφαλής της νεότευκτης Αlpha Eurobank πέραν όλων των άλλων ιδιοτήτων του είχε διατελέσει και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας για ένα μικρό διάστημα, μεταξύ του 1951 και του 1953. Από την θέση του παραιτείται λόγω της διαφωνίας του με τον τρόπο που επιβλήθηκε από την κυβέρνηση Παπάγου –δια χειρός Μαρκεζίνη- η εξαγορά με συγχώνευση της Εθνικής Τράπεζας με την ιδιωτικών συμφερόντων Τράπεζα Αθηνών υπό τον Κωνσταντίνο Ηλιάσκο.
Το 1972 χρονιά μιας ακόμη μετονομασίας της τράπεζας ο 34χρονος τότε Γιάννης Κωστόπουλος εισέρχεται στα ενδότερα της διοίκησης και ένα χρόνο μετά –το 1973- αναλαμβάνει και επισήμως τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή και του διευθύνοντος συμβούλου της "Τράπεζας Πίστεως". Με εκείνον στο τιμόνι της γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη και καθίσταται η πιο εμβληματική παρουσία του ιδιωτικού τομέα στο τραπεζικό χώρο –μετά και την κρατικοποίηση του συγκροτήματος της Εμπορικής Τράπεζας, τότε συμφερόντων του καθηγητή Στρατή Ανδρεάδη το 1975, ένα χρόνο μετά την μεταπολίτευση και την πανηγυρική εκλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή από τις πρώτες μετά από 7 χρόνια κάλπες.
Στο σημείο αυτό χρειάζεται μια παρένθεση προκειμένου να αναδειχθούν ορισμένες συμπτώσεις που δίνουν άλλο νόημα στα γεγονότα της οικονομικής και πολιτικής ζωής. Ο Σταύρος Κωστόπουλος, θείος του Γιάννη Κωστόπουλου, τα βροντάει και φεύγει από την Εθνική λόγω της σκανδαλώδους εύνοιας στο πρόσωπο του επικεφαλής της Τράπεζας Αθηνών Κωνσταντίνου Ηλιάσκου αλλά και στους όρους της συγχώνευσης Εθνικής – Αθηνών. Η Τράπεζα Αθηνών που ανασυστάθηκε την δεκαετία του ΄90 και δάνεισε το όνομα της σε μια άλλη μικρή τράπεζα – την Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως- είναι το όχημα που χρησιμοποίησε η Eurobank για να εισέλθει στο Χρηματιστήριο, την τότε «Σοφοκλέους». Η παραίτηση του θείου αλλά και η ανισότιμη εκείνη συγχώνευση των αρχών της δεκαετίας του ΄50 είχαν σε μεγάλο βαθμό καθορίσει και την προσέγγιση του ίδιου του επικεφαλής της Alpha Bank απέναντι στις προξενιά και τα λογοδοσίματα των τραπεζικών εξαγορών και συγχωνεύσεων του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ΄90 όταν αναπτύχθηκε και τεκμηριώθηκε η θέση για τις «δυόμιση τράπεζες»…
Επιπλέον, η ανάπτυξη της τότε «Τράπεζα Πίστεως» βοηθήθηκε και από το «πέρασμα» του συγκροτήματος της Εμπορικής Τράπεζας από τον ιδιώτη Στρατή Ανδρεάδη στις αγκάλες του κράτους αλλά και από την εξαγορά ενός σημαντικού κομματιού αυτού του συγκροτήματος – της Ιονικής Τράπεζας. Η εξαγορά της –που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό και την κατανομή των μεριδίων του τραπεζικού χάρτη τα αμέσως επόμενα χρόνια- έγινε το 1999, ενώ προηγουμένως είχε εξαγοραστεί η εναπομείνασα τράπεζα των Ανδρεάδηδων στο Λονδίνο, η Bank of Near East.
Εδώ κλείνει αυτή η απαραίτητη παρένθεση. Ας επιστρέψουμε στην σχέση του προσοδοφόρου «εμπορίου του χρήματος» με την «ευαισθησία των χρωμάτων». Ο πατέρας φιλότεχνος και η μητέρα, η Ευρυδίκη ζωγράφος. Όπως και η αδελφή – η Άννη- παντρεμένη αρχικά με τον Νίκο Φιλάρετο, συνδέεται πολύ αργότερα με τον πρωτοποριακό Γιάννη Γαϊτη όταν εκείνος επιστρέφει από το Παρίσι στην Αθήνα. Ζωγράφος και η κόρη του, η Δάφνη… Με άλλα λόγια, «σοι το βασίλειο…».
Και αν η κόρη –λίγο κάτω από τα 30 της γλυκειάς ωριμότητας- ακολουθεί το νήμα της γιαγιάς και της θείας στην ζωγραφική, ο κ. Γιάννης Κωστόπουλος μάλλον δεν μπορεί να έχει παράπονο και ο ίδιος… Η Δάφνη Κωστοπούλου φαίνεται να έχει επιλέξει να συνεχίσει και μια άλλη οικογενειακή παράδοση, την παράδοση του «Ωκύαλου». Τα σκάφη αλλάζουν αλλά το όνομα παραμένει το ίδιο για να συμβολίζει την ίδια σταθερή αγάπη του τραπεζίτη αλλά και των απογόνων του για την θάλασσα και την ιστιοπλοΐα.
Ο κ. Γιάννης Κωστόπουλος έχει δύο παιδιά: Εκτός από την Δάφνη υπάρχει και ο Φίλιππος. Η μητέρα της Δάφνης είναι κόρη του αείμνηστου Ελευθερίου Μουζάκη, ιδρυτή και βασικού μετόχου του ομώνυμου ομίλου που ταυτίσθηκε με το σήμα «Κλωσταί Πεταλούδας», ενώ η μητέρα του μικρού Φίλιππου – η Ειρήνη Μολφέση, η τωρινή σύντροφος του Γιάννη Κωστόπουλου- είναι κόρη του ζωγράφου και γλύπτη Ιάσονα Μολφέση και της Καλλιόπης Σμπαρούνη, αδελφή της Καλλισθένης, που δεν ήταν άλλη από την Καλή, την αγαπημένη σύντροφο του Λεωνίδα Κύρκου.
Δύο παιδιά από σχέσεις εκτός γάμου. Ένα γεγονός που θα μπορούσε να σχολιασθεί από ανθρώπους της γενιάς του ως η απόλυτη αντισυμβατική συμπεριφορά. Ένας καλός φίλος του Γιάννη Κωστόπουλου, σχεδόν συνομήλικος του αναλαμβάνει να απαντήσει χωρίς την άδεια του αλλά για λογαριασμό του: «Έτυχε…», απαντά κοφτά αποστρέφοντας με μια χαρακτηριστική κίνηση το πρόσωπο του ως αντίδραση απέναντι σε κάθε ενδεχόμενη υπόνοια ιδεολογικής ή άλλης παρερμηνείας… Μάλιστα, ο ίδιος σπεύδει χωρίς χρονοτριβή να προσθέσει: «Άλλωστε, ποιος σου είπε πως ο Γιάννης Κωστόπουλος δεν έχει περάσει το κατώφλι της εκκλησίας με παπά και με κουμπάρο;». Για του λόγου το αληθές, η Ντόλλυ-θυγατέρα του ναυάρχου Σαρρή- ήταν και παραμένει η μοναδική έως τώρα σύζυγος του.

[Το κειμενο δημοσιευθηκε στην εφημεριδα ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ - Κυριακη 4 Σεπτεμβριου 2011]

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Ποιοι "σκότωσαν" τον "Λούα Λούα" των μπιζνες;

Οι μέρες και τα έργα ενός επιχειρηματία που προσπάθησε να συνδυάσει τα φάρμακα με τα media και τα λιπάσματα με το ποδόσφαιρο και το real estate.

Οι υπεραξίες του χρηματιστηριακού ταμπλό, οι αποδόσεις των πολιτικών σχέσεων και οι προσδοκίες από το power game.




Τι σχέση άραγε θα μπορούσε να έχει η βιολογική σπιρουλίνα -ακόμη και η πιστοποιημένη- με τα containers και τα λιμάνια;. Από πρώτη ματιά, καμία. Κι όμως στη περίπτωση του διαγωνισμού για τη παραχώρηση του σταθμού εμπορευματοκιβωτίων του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ) το καλοκαίρι του 2008 με πρωθυπουργό τον κ. Κώστα Καραμανλή και αρμόδιο επί των Λιμένων υπουργό τον κ. Γιώργο Βουλγαράκη είχε και παραείχε…

Αν ένας οποιοδήποτε καλοπροαίρετος επενδυτής στις αρχές της τελευταίας εβδομάδας του Αυγούστου του 2008 δεν προσπερνούσε στα γρήγορα τα ονόματα των εταιρειών που συγκροτούσαν την Ένωση που αναδείχθηκε από τη σχετική διαδικασία ως προσωρινός ανάδοχος της παραχώρησης του σταθμού εμπορευματοκιβωτίων θα είχε τουλάχιστον αναρωτηθεί τι γύρευε μια εμπορική εταιρεία βιολογικών προϊόντων –στην συγκεκριμένη περίπτωση, η εταιρεία ΛΥΔ Α.Ε- σε αυτή τη παρτίδα της πλειοδοσίας των εκατοντάδων εκατομμυρίων δίπλα σε ένα μεγαθήριο όπως ο Όμιλος της Hutchison;

Τότε και πολύ περισσότερο τώρα κανείς προσηλωμένος στις διαχρονικές αξίες του ορθολογισμού δεν μπορούσε και εξακολουθεί να μην μπορεί να κατανοήσει
τις απίθανες συμπράξεις στις οποίες συμμετείχε ειδικά μετά το 2004 ο κ. Λαυρέντης Λαυρεντιάδης. Στην υπόθεση για παράδειγμα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης κανείς έξω από το στενό πυρήνα των εμπλεκομένων δεν ήταν και δεν είναι σε θέση να καταλάβει τη σκοπιμότητα που έφερε στην Ένωση του «προσωρινού αναδόχου» δίπλα στο μεγαθήριο της Hutchison την εταιρεία εμπορίας της βιολογικής σπιρουλίνας. Ίσως, να μέτρησε το γεγονός ότι η σπιρουλίνα ως κύριο συστατικό της διατροφής των αστροναυτών ενδείκνυται και για τους … λιμενεργάτες.

Ισως, όμως, η απάντηση και σε αυτήν την σύμπραξη αλλά και σε όλες τις υπόλοιπες – στα φάρμακα, τα καλλυντικά, το ποδόσφαιρο, το real estate, τα media και τα λιπάσματα- βρίσκεται στην μέθοδο που ακολουθούσε για πολλά χρόνια ο κ. Λαυρεντιάδης - ο επονομαζόμενος ,λόγω της επένδυσης στο φαληρικό Στάδιο Γεώργιος Καραϊσκάκης και τον Θρύλο, και «Λούα Λούα»-για να γίνεται χρήσιμος στους εκπροσώπους της πολιτικής τάξης – κυβέρνησης και κομμάτων της αντιπολίτευσης- αλλά και στους κάθε λογής ισχυρούς του επιχειρηματικού κόσμου με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους εκπροσώπους των media.

Το παράδειγμα του 2008 είναι απολύτως ενδεικτικό. Την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου εκείνης της χρονιάς κι ενώ σύσσωμη η κυβέρνηση Καραμανλή ετοιμαζόταν να «ανέβει» στη συμπρωτεύουσα για τις εκδηλώσεις της ΔΕΘ -εν μέσω των αποκαλύψεων για το Βατοπέδι- μια ανέλπιστα καλή είδηση ήρθε από το λιμάνι της πόλης. Η κοινοπραξία είχε συστήσει με τους Κινέζους της Hutchison ο κ. Λαυρεντιάδης για την παραχώρηση του σταθμού των εμπορευματοκιβωτίων δεσμεύεται να προσφέρει ως τίμημα το ποσό των 419 εκατομμυρίων ευρώ -ιλιγγιώδες ποσό αν συγκριθεί με το τίμημα που προσέφεραν μόνοι τους οι συμπατριώτες της Hutchison, οι εκπροσωπούντες την Cosco. 419 εκατομμύρια ευρώ η κοινοπραξία με τον κ. Λαυρεντιάδη, 131 εκατομμύρια ευρώ η Cosco. Δηλαδή κάτι περισσότερο από 3 φορές η διαφορά των δύο προσφορών.

Πάντως, ο τότε υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας κ. Γιώργος Βουλγαράκης δεν φαινόταν -μέχρι τη στιγμή που υποχρεώθηκε να προσφέρει την παραίτηση του- να είχε λόγο να κρύψει τη χαρά του από το αποτέλεσμα του διαγωνισμού στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. ‘Όλοι, είχαν κάνει -προς στιγμήν, τουλάχιστον- την δουλειά τους: Η κυβέρνηση ένιωθε δικαιωμένη για την πολιτική της (μερικής) ιδιωτικοποίησης των λιμανιών, οι Κινέζοι με τη συμβολή και του κ. Λαυρεντιάδη είχαν βάλει το ποδαράκι τους στο δεύτερο λιμάνι της χώρας και ο όμιλος του Έλληνα συνεταίρου είχε την ικανοποίηση να δει την εξαργύρωση της προσδοκίας αποτυπωμένη στο ηλεκτρονικό ταμπλό του Χρηματιστηρίου.

Τρείς μήνες μετά τα «πυροτεχνήματα» η ελληνοκινεζική σύμπραξη με μια λιτή - μέχρι παρεξηγήσεως - ανακοίνωση της ανέφερε ότι αποσύρει το ενδιαφέρον της για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και κανείς αρμόδιος ή συναρμόδιος δεν αισθάνθηκε την ανάγκη αλλά και την υποχρέωση να δώσει εξηγήσεις και ενδεχομένως να απολογηθεί. Ο ίδιος o επιχειρηματίας έγκαιρα είχε καταφέρει να «υπερ-πωλήσει» με όρους δημοσιότητας αλλά και αντικρίσματος στο χρηματιστηριακό ταμπλό της συμμετοχής της υπό τον έλεγχο του εισηγμένης Alapis (και της θυγατρικής ΛΥΔ Α.Ε) στο κοινοπρακτικό σχήμα για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης αλλά και είχε συγκεντρώσει ένα απίστευτα μεγάλο ποσό από την πώληση της πλειοψηφίας των μετοχών της επίσης εισηγμένης εταιρείας Νεοχημική σε εταιρείες συμφερόντων του Ομίλου Carlyle.

Οι εταιρείες εκπρόσωποι των συμφερόντων αυτού του παγκοσμίου εμβέλειας οίκου ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων (private equity) απέκτησαν κάτι παραπάνω από το 73 % ( το 20 % από τον ίδιο τον κ. Λαυρεντιάδη), καταβάλλοντας ως τιμή εξαγοράς της μετοχής τα 19 ευρώ. Αν σκεφθεί κανείς ότι η κεφαλαιοποίηση της εταιρείας Νεοχημική στις αρχές της χρηματιστηριακής διαδρομής της δεν ξεπερνούσε τα 50 εκατομμύρια ευρώ, η αξία της κεφαλαιοποίησης -κοντά στα 690 εκατομμύρια ευρώ το 100% των μετοχών και 750 εκατομμύρια ευρώ αν συνυπολογισθεί και το Μετατρέψιμο Ομολογιακό Δάνειο- που χτίστηκε με την εξαγορά και εξαργυρώθηκε στη συνέχεια ήταν σαν ένα μεγάλο θαύμα.

‘Ένα θαύμα που βασίσθηκε στη «πρόσθεση» υπεραξιών μέσα από ένα ράλι εξαγορών -κατά βάση μεσαίων αλλά και μικρών επιχειρήσεων- όπου κανείς δεν μπορούσε εύκολα να παρακολουθήσει και κυρίως να ερευνήσει, να αξιολογήσει και να αποτυπώσει πραγματικές επιχειρηματικές κινήσεις ουσίας και πραγματικές παραγωγικές αξίες. Το θαύμα, όμως, δεν θα είχε συντελεσθεί αν δεν ερχόταν ένας μηχανισμός που επένδυε στη δημοσιότητα και στις σχέσεις με τους πολιτικούς και τα media και ο οποίος κατάφερε να συμβάλλει τα μέγιστα στην εξαργύρωση αυτών των υπεραξιών στην επικράτεια του χρηματιστηριακού ταμπλό.

Ο Όμιλος Carlyle -αφού είχε μπει για τα καλά στα ενδότερα της εταιρείας Νεοχημική (μόλις στις αρχές Ιουλίου 2008 ελέγχει κάτι παραπάνω από το 94 %)- αποφασίζει να προχωρήσει σε δημόσια προσφορά, στη τιμή των 19 ευρώ, προκειμένου να εξαγοράσει και το υπολειπόμενο ποσοστό και να βγάλει την εταιρεία από το ταμπλό. Πράγμα που πετυχαίνει στη συνέχεια και η εταιρεία που παρήγαγε απορρυπαντικά φασόν για διεθνείς ομίλους αποχαιρετά την αγορά στα τέλη του Οκτωβρίου 2008.

Εκείνη την εποχή όποιος είχε κάνει τον κόπο να διαβάσει προσεκτικά τα επίσημα έγγραφα που συνδέονταν με τη δημόσια προσφορά για την έξοδο της εταιρείας Νεοχημική από το Χρηματιστήριο θα διαπιστώνε ότι οι υφιστάμενες ανοικτές υποχρεώσεις των δύο πλευρών (Λ. Λαυρεντιάδης- Carlyle) θα μπορούσαν ακόμη και να …αντιστρέψουν την πώληση. Και κάτι τέτοιο έγινε παρά τις επανειλημμένες διαψεύσεις !!! Η Νεοχημική ξαναγύρισε στο χαρτοφυλάκιο του κ. Λαυρεντιάδη για να γλυτώσει τα χειρότερα μιας πολύχρονης δικαστικής διαμάχης με τους Αμερικανούς που είχαν «χαρτιά και ντοκουμέντα» στα χέρια τους.

«Ψιλά γράμματα» θα πείτε και δη για νομικούς, τραπεζικά στελέχη και χρηματιστές. Και ίσως δεν έχετε άδικο… Σε κάθε περίπτωση, όμως, η εμπλοκή με την Carlyle και η επαναγορά της Νεοχημικής ήταν ένα σημείο καμπής που καθόρισε τις εξελίξεις. Όπως παρατηρούν έμπειροι τραπεζικοί παράγοντες μετά την εμπλοκή με την Carlyle τα θαύματα τελειώνουν…
Παρά το μπαράζ των εξαγορών στα media -είτε μόνος του, είτε στον όνομα της οικογένειας του στενού φίλου και συνεργάτη του κ. Πέτρου Κυριακίδη- , την εξαγορά σημαντικού αν και μειοψηφικού πακέτου των μετοχών της μικρής Proton Bank, την εδραίωση της παρουσίας του στον Θρύλο –πρώτα με την εξαγορά του 50 % των μετοχών της εταιρείας που ελέγχει το Στάδιο Καραϊσκάκη και μετά το 10 % της ερυθρόλευκης ΠΑΕ, την συγκρότηση του Lamda Partners με έδρα το Λονδίνο και την επέκταση του στον χώρο της βαρειάς βιομηχανίας με την Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων στην περιοχή της Καβάλας και την υπέρ- μεγέθυνση της Alapis μέσα από μια τρελή κούρσα εξαγορών και συγχωνεύσεων (19 τον αριθμό μεταξύ αυτών και το μεγάλο όνομα της εταιρείας Γερολυμάτος) το παιχνίδι της δύναμης και της επιρροής δείχνει να χάνεται μαζί με την λάμψη των υπεραξιών στο ταμπλό του Χρηματιστηρίου που αποτελούσε οδηγό αλλά και …θερμόμετρο.

Οι ίδιοι παράγοντες της τραπεζικής αγοράς δίπλα στο σημείο καμπής της εμπλοκής της σχέσης του κ. Λαυρεντιάδη με την Carlyle αναφέρουν –με την ίδια πάνω σημασία- την κυβερνητική αλλαγή του φθινοπώρου του 2009. Παρά την αρχική υπεραισιοδοξία με την διάχυτη φαινομενική υπεροχή και την άσκοπη επίδειξη ισχύος οι επιλογές του κ. Λαυρεντιάδη και των συνεργατών του δεν απέδωσαν τα προσδοκώμενα. Η επένδυση στην κα Λούκα Κατσέλη, για παράδειγμα, που επισημοποιήθηκε με την τοποθέτηση δύο στελεχών του κλίματος Αρσένη – οι κ. Γερ. Σαπουντζόγλου και Π. Αλεξάκης- στο διοικητικό συμβούλιο της Proton Bank ακυρώθηκε μέσα σε μια νύκτα από τον ίδιο τον κ. Γ.Α. Παπανδρέου όταν το ενιαίο χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Οικονομίας- Οικονομικών- Ανάπτυξης έσπασε στα δύο και η ίδια πήρε το λιγότερο σημαντικό από τα κομμάτια. Το ίδιο συνέβη και με την επιλογή του κ. Νίκου Αθανασάκη ως κεντρικό συνομιλητή για το ΠΑΣΟΚ και το σύστημα Παπανδρέου. Το θέμα δεν ήταν αν ο κ. Αθανασάκης ως θεσμικός παράγοντας στο πράσινο οικοδόμημα είχε ή όχι τις απαραίτητες εξουσιοδοτήσεις για παρεμβάσεις κ.α αλλά το πώς αποφάσισε ο κ. Παπανδρέου να κλείσει γρήγορα κάθε σχετική συζήτηση που άφηνε περιθώρια προσδοκιών από μια προνομιακή επαφή με ένα επιχειρηματία με μεγάλη έκθεση στα media αλλά και με φιλοδοξίες για παρουσία και παρέμβαση στο δύσκολο και απαιτητικό περιβάλλον των διεθνών σχέσεων.

Το χειμώνα του 2010 η αγορά είχε πλέον προεξοφλήσει την έξοδο του κ. Λαυρεντιάδη από την εισηγμένη φαρμακοβιομηχανία Αlapis. Και λίγες μέρες πριν από τα περσινά Χριστούγεννα - τη Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου- έγινε και η επίσημη ανακοίνωση στο Χρηματιστήριο. Ο κ. Λαυρεντιάδης είχε μειώσει τη συμμετοχή του από 21,325% σε 6,119%.Αγοραστής του ποσοστού εμφανίσθηκε ο συνέταιρός του στη Lamda Ρartners κ.Μάριο αλ Τζεμπούρι. Η ανακοίνωση για τα μετοχικά τεκταινόμενα της Alapis ήλθαν μαζί με την μετακόμιση του κ. Λαυρεντιάδη στο Λονδίνο όπου είχε προηγηθεί εκεί η εγκατάσταση της συζύγου και των δύο παιδιών τους.

Με την μετακόμιση της οικογένειας στο Λονδίνο κλείνει με τον ένα ή άλλο τρόπο ένα κεφάλαιο της ζωής του φιλόδοξου και με ικανότητα στο να αναλαμβάνει και να διαχειρίζεται ρίσκο επιχειρηματία. Ένα κεφάλαιο που ανοίγει το 2003 και φτάνει στην κορύφωση του εκεί ανάμεσα στο 2008 -09, λίγο πριν η κρίση σκεπάσει για τα καλά τις υπεραξίες που είχαν παραχθεί όλα αυτά τα χρόνια και αποτελούσαν ένα τίτλο τιμής , πολύ περισσότερο χρήσιμο ως άμεσα εξαργυρώσιμου από πολλές πραγματικές αποδόσεις πραγματικών επενδύσεων.

Ο κ. Λαυρεντιάδης έγινε γνωστός στο ευρύ επενδυτικό κοινό τον Μάρτιο του 2003, όταν πέρασε για πρώτη φορά την πόρτα της Σοφοκλεους – η παλιά έδρα του χρηματιστηρίου- η Νεοχημική. Η εταιρεία με έδρα το Αιγάλεω ανήκε στην οικογένειά του και ο επιχειρηματίας είχε αναλάβει τις τύχες της όταν ήταν μόλις 18 ετών, ύστερα από τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του. Η συγκεκριμένη εταιρεία που ως τότε παρήγαγε φασόν απορρυπαντικά για μεγάλους διεθνείς οίκους και παρά τα προβλήματα υγείας που είχε να αντιμετωπίσει ο νεαρός επιχειρηματίας (τις συνέπειες της εμφανισθείσας ασθένειας που ονομάζεται νεανική ρευματοειδής αθρίτιδα) παρουσίασε μια ιλιγγιώδη ανάπτυξη που κατάφερε να φτιάξει μύθο αλλά και να συσσωρεύσει ερωτηματικά… Ο καιρός θα δείξει αλλά μέχρι τότε ο κ. Λαυρεντιάδης θα χρειασθεί να αποδείξει εκείνος και όχι οι αρμόδιες αρχές όλα όσα ισχυρίζεται για την «στοχοποίηση» του.

Το κρίσιμο ζήτημα προφανώς και δεν είναι το ποιος βρίσκεται και το ποιος δεν βρίσκεται πίσω «από τα δημοσιεύματα που επιχειρούσαν να τορπιλίσουν το ενδεχόμενο ισχυροποίησης της Proton Bank και των προοπτικών ανάπτυξής της» αλλά το πώς ο ίδιος μπορεί να διατηρήσει τον ουσιαστικό έλεγχο μιας μικρής τράπεζας σε μια αγορά που στενάζει από έλλειψη ρευστότητας και ζει πρωτόγνωρες καταστάσεις κεφαλαιακής ερημίας. Αντί λοιπόν να επικεντρώσει την προσοχή του στις δικές του πρωτοβουλίες για την κεφαλαιακή ενδυνάμωση της τράπεζας, ο ίδιος επιλέγει ένα άλλο γήπεδο μιλώντας για «στοχοποίηση του ιδίου και της Proton Bank» αλλά και προσπάθεια ενός κύκλου συμφερόντων που δεν κατονομάζεται να ανακοπεί η προσπάθεια της τράπεζας που « διαδραματίζει», όπως ο ίδιος τονίζει, « σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο των προτεινόμενων συγχωνεύσεων, ανάγκη που έχει παρουσιαστεί ως αποτέλεσμα της κατάστασης στην ελληνική οικονομία». Το δίκιο ή το άδικο της τοποθέτησης του κ. Λαυρεντιάδη θα φανεί δίχως άλλο μέσα στο επόμενο διάστημα καθώς η Κεντρική Τράπεζα, η κυβέρνηση αλλά και οι αρμόδιες ελεγκτικές και εποπτικές αρχές δεν έχουν πολλά περιθώρια «πειραματισμών»… [Δημοσιευθηκε στην κυριακατικη εντυπη εκδοση του ΠΡΩΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ]

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Η περίπτωση του καθηγητή Θοδωρή Πελαγίδη


Ποιοι είναι οι ακαδημαϊκοί και οι πολιτικοί συνομιλητές του Ευάγγελου Βενιζέλου.
Του Κώστα Τσαούση.


Τέτοιες μέρες πριν από 5 χρόνια ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος καλείται από τους υπευθύνους ενός ακαδημαϊκού κατά βάση think tank («δεξαμενή σκέψης» στα ελληνικά) να απαντήσει στο κρίσιμο (και τότε και πολύ περισσότερο τώρα) ζήτημα από πού μπορεί να προέλθει μέσα από συνδυαστικές κινήσεις η αύξηση των εσόδων και η μείωση των δαπανών.
Ο κ. Βενιζέλος αφού προειδοποίησε το έτσι και αλλιώς υποψιασμένο ακροατήριο του ότι θα αποφύγει τις κλασσικές γενικολογίες περιορίστηκε να αναπτύξει και να υπερασπίσει 4 συγκεκριμένες προτάσεις που είχαν να κάνουν με τον τρόπο της διαχείρισης των αμυντικών δαπανών, με την συμβολή του ιδιωτικού τομέα στη χρηματοδότηση του ΠΔΕ μέσω ΣΔΙΤ, με παρεμβάσεις στην φορολογία και δη την φορολογία των επιχειρήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας.
Μάλιστα, ειδικά για την αξιοποίηση της περιουσίας ο κ. Βενιζέλος υποστήριξε τα εξής: «Από την δυναμική αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου μέσω νέων χρηματοοικονομικών σχημάτων που θα επιτρέψουν την μείωση του χρέους, τη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του και την αύξηση των περιθωρίων πραγματοποίησης πρωτογενών δαπανών, μπορεί να εξοικονομηθεί σχετικά γρήγορα άλλο 0,5% του ΑΕΠ με δυνατότητα μεγαλύτερης εξοικονόμησης, εφόσον για τόκους μόνον δαπανάται το 18% του προϋπολογισμού και το 6% περίπου του ΑΕΠ».
Μην ξεχνιόμαστε αυτά το 2005. Πάντως, αυτή η τοποθέτηση του, μεταξύ άλλων, έχει την δική της ξεχωριστή σημασία καθώς ως νέος υπουργός Οικονομικών και πολιτικός προϊστάμενος της διαχειριστικής αρχής του δημόσιου χαρτοφυλακίου θα κληθεί να εφαρμόσει τις ιδέες του ή ακόμη καλύτερα ώριμες, εφαρμόσιμες και αποτελεσματικές δημόσιες πολιτικές για την ακίνητη περιουσία. Επιπλέον, έχει αξία και το ποιος είχε την πρωτοβουλία να καλέσει τον κ. Βενιζέλο στην συγκεκριμένη εκδήλωση. Και αυτό, πιστέψτε με, όχι μόνον για ιστορικούς λόγους αλλά και για τα πρόσωπα που θα περιβάλλουν την προσπάθεια του να ανταποκριθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στα καθήκοντα που δέχθηκε να αναλάβει την περασμένη ακριβώς εβδομάδα.
Οικοδεσπότης της ημερίδας ήταν το Κέντρο Θεσμικών Μεταρρυθμίσεων – άγνωστο ενδεχομένως στο πλατύ κοινό αλλά με ιδιαίτερη απήχηση στον ακαδημαϊκό χώρο ή και τον χώρο των εκδόσεων- στο οποίο επιστημονικός διευθυντής είναι ένας στρατευμένος φίλος και συνεργάτης του κ. Βενιζέλου, ο κ. Θοδωρής Πελαγίδης.
Ο 46χρονος καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιά που απέχει χιλιόμετρα από τη συνηθισμένη φιγούρα του μέλους ΔΕΠ του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου είναι πάνω απ΄όλα ένας μάχιμός διανοούμενος που δεν μασάει τα λόγια του και υπερασπίζεται πάση θυσία τις ιδέες του που σε καμιά περίπτωση δεν ταυτίζονται με τις διαδρομές του κομματικού ΠΑΣΟΚ. Πρόσφατα μόλις με αφορμή την εκπόνηση μελέτης στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος για τη Μονάδα Οργάνωσης της Διαχείρισης Αναπτυξιακών Προγραμμάτων (ΜΟΔ) δήλωσε πως η χώρα χρειάζεται ένα δραστικό «άνοιγμα» των κομμάτων στην κοινωνία που θα φέρει νέους ανθρώπους στο προσκήνιο – ανάλογο εκείνο που υπερασπίζεται χρόνια τώρα για τα «κλειστά επαγγέλματα» και τις κάθε λογής συντεχνίες που δημιουργούν ή συντηρούν εμπόδια επί εμποδίων για την απελευθέρωση της οικονομικής δραστηριότητας και την παραγωγική ανάπτυξη.
Προς αποφυγή παρεξηγήσεων ούτε το Κέντρο Θεσμικών Μεταρρυθμίσεων μπορεί να λογισθεί ως ο βενιζελικός ΟΠΕΚ ( το άλλοτε κραταιό think tank επιρροής Κώστα Σημίτη), ούτε πολύ περισσότερο ο κ. Πελαγίδης ως πολιτικός ακόλουθος του νέου υπουργού Οικονομικών. Παρόλα αυτά, όταν χρειάσθηκε το 2007 αλλά και τώρα ο κ. Πελαγίδης δηλώνει παρών δίχως δεύτερη κουβέντα. Για παράδειγμα, στην σύγκρουση του 2007 για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ ο καθηγητής μαζί με αρκετούς συναδέλφους του από το Πανεπιστήμιο του Πειραιά – όπως ο Κώστας Χλωμούδης, ο Σωτήρης Θεοδωρόπουλος, ο Νίκος Απέργης, ο Τάσος Τσελεπίδης- πρωτοστάτησε στη συλλογή υπογραφών υπέρ της υποψηφιότητας Βενιζέλου. Εκείνο το κείμενο –που προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις στα κομματικά επιτελεία- συνοδεύτηκε από τις υπογραφές πάνω από 60 πανεπιστημιακούς όλων των βαθμίδων.
Αν και από την σύγκρουση του 2007 έχει παρέλθει αρκετός καιρός, εν τούτοις η διαθεσιμότητα της ακαδημαϊκής δεξαμενής είναι δεδομένη καθώς η αναφορά στο πρόσωπο Βενιζέλος παραμένει ισχυρή. Με τον ίδιο τρόπο λειτουργούσε και λειτουργεί και ο Θοδωρής Πελαγίδης – ακόμη και σήμερα που όπως όλα δείχνουν θα σταθεί δίπλα στον νέο υπουργό Οικονομικών σε δύσκολες και κρίσιμες αποστολές στην Ελλάδα και κυρίως στο εξωτερικό, στο αγριεμένο περιβάλλον των εταίρων μας.
Με άλλα λόγια, ο Ευάγγελος Βενιζέλος δεν έχει και δεν επιδιώκει να αποκτήσει μηχανισμό με την κλασσική κομματική έννοια του όρου καθώς ούτε θέλησε, ούτε επεχείρησε να ακολουθήσει τα βήματα του Ακη Τζοχατζόπουλου και να διαχειρίζεται τον πόνο ή και τα ρουσφέτια των κομματικών οπαδών του…
Αντίθετα, έχει και επιδιώκει να έχει σταθερούς φίλους και συνεργάτες όπως ο Θοδωρής Πελαγίδης αλλά και τα 4 μέλη του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ που είναι οι μόνιμοι και σταθεροί συνομιλητές του. Ο προερχόμενος από την Κοζάνη νέος υφυπουργός Εσωτερικών Πάρις Κουκουλόπουλος , οι βουλευτές Τόνια Αντωνίου και Νίκος Σαλαγιάννης και ο βενιαμίν της παρέας, ο 32χρονος πολιτικός μηχανικός από την Κρήτη Νίκος Ανδρουλάκης.

* Κείμενο που δημιοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ την Κυριακή 26 Ιουνίου 2011.

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

Ο νεος υπουργος Επικρατειας


ΗΛΙΑΣ ΜΟΣΙΑΛΟΣ
Το "φαρμακο" για τις επικοινωνιακές ασθένειες της κυβέρνησης




Παραφράζοντας την λαϊκή παροιμία θα λέγαμε: Mια του Μόσιαλου, δυο του Μόσιαλου, τρίτη και υπουργός! Το 2009 όταν ο σημερινός πρωθυπουργός Γιώργος Α. Παπανδρέου τοποθετούσε στην τιμητική αλλά και εκλόγιμη 4 θέση του ψηφοδελτίου Επικρατείας τον καθηγητή του LSE και ειδήμονα περί των οικονομικών των συστημάτων υγείας κ. Ηλία Μόσιαλο, οι περισσότεροι θαμώνες της Ιπποκράτους –στα κεντρικά γραφεία του Πασόκ- στοιχημάτιζαν ότι η θέση του υπουργού Υγείας ή του επικεφαλής ενός νέου υπερ - υπουργείου για τις Κοινωνικές Υποθέσεις (υγεία- συντάξεις- προγράμματα συνοχής και αλληλεγγύης) είχε ήδη καπαρωθεί…
Οι όποιες προσδοκίες διαψεύστηκαν με την ανακοίνωση της σύνθεσης της πρώτης κυβέρνησης Παπανδρέου και ο κ. Μόσιαλος συνέχισε τις συνήθεις δραστηριότητες του, μοιράζοντας το χρόνο του ανάμεσα στο Λονδίνο και την Αθήνα, παραμένοντας με δική του πρωτοβουλία σε διακριτική απόσταση από πρόσωπα και πράγματα. Μάλιστα, την πρώτη περίοδο της εγκατάστασης του κ. Παπανδρέου στο Μέγαρο Μαξίμου ο κ. Μόσιαλος γίνεται αποδέκτης ενός προβληματισμού για το ενδεχόμενο μετάβασης του στις Βρυξέλλες προκειμένου να αναλάβει καθήκοντα Επιτρόπου (θέση στην οποία βρέθηκε η κα Μαρία Δαμανάκη), ενώ αρχίζει να ζει σε καθεστώς «χρυσής εφεδρείας» διατηρώντας με όρους Παπανδρέου και πληθωρικής χρήσης των νέων τεχνολογιών και μέσων την επικοινωνία μαζί του. Από τις αρχές του 2010 ο κ. Μόσιαλος αναλαμβάνει την προεδρία του κομματικού think tank ΙΣΤΑΜΕ Ανδρέας Παπανδρέου και καθίσταται συνομιλητές βασικών υπουργών όπως ο κ. Μιχάλης Χρυσοχοίδης και ο κ. Ανδρέας Λοβέρδος. Μάλιστα, ο κ. Χρυσοχοϊδης είναι βασικός ομιλητής σε σημαντικές εκδηλώσεις του Ινστιτούτου αλλά παρόλα αυτά στον ανασχηματισμό του 2010 μένει και πάλι απ΄εξω…
Τότε, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εποχής ο πρωθυπουργός θέλει να περιλάβει τον κ. Μόσιαλο στο σχήμα της νέας κυβέρνησης αλλά θέση που να καλύπτει τα ενδιαφέροντα του καθηγητή του LSE αλλά και να εξασφαλίζει τα προσδοκόμενα του κυβερνητικού έργου δεν βρίσκεται. Έτσι, το δρομολόγιο ανάμεσα στο Λονδίνο και την Αθήνα συνεχίζεται με μόνο διαφοροποιητικό στοιχείο την εντονότερη δραστηριοποίηση του κομματικού think tank και των ανοικτών δημόσιων εκδηλώσεων του με ακροατήρια του πάλαι ποτε εκσυγχρονιστικού ρεύματος.
Την Τρίτη φορά η ευκαιρία δόθηκε και ο κ. Μόσιαλος –πνευματικό τέκνο του αείμνηστου Μιχάλη Παπαγιαννάκη και σταθερός φίλος του Αλέκου Παπαδόπουλου- γίνεται (δίχως να αναγκασθεί να προσχωρήσει στην διλοχία των «κηπουρών») υπουργός Επικρατείας με κύρια αποστολή το μέτωπο της διεθνούς κοινής γνώμης.

Ο ακαδημαϊκός δάσκαλος με την διεθνή αναγνώριση

Ένας προσεκτικός αναγνώστης του βιογραφικού του νέου υπουργού Επικρατείας και κυβερνητικού εκπροσώπου θα εντόπιζε σε αυτό ένα στοιχείο με ξεχωριστή σημασία. Ο Ηλίας Μόσιαλος στο περίφημο London School of Economics (LSE) κατέχει μια έδρα με ονοματεπώνυμο. Την έδρα Brian Abel-Smith για τις Πολιτικές Υγείας.
Και αυτό γιατί ο Abel-Smith δεν ήταν ένα τυχαίο πρόσωπο για το σημερινό υπουργό αλλά αντίθετα ήταν ο μικρός του ευεργέτης, το πρόσωπο-κλειδί για την εκκίνηση και την εξέλιξη της ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας του. Με λίγα λόγια, ήταν εκείνος που τον ξεχώρισε από το πλήθος των υποψηφίων προς μεταπτυχιακό φοιτητών του LSE και του έδωσε την ευκαιρία να εκπονήσει δίπλα του την διδακτορική του εργασία.
Αλλά, ο μαθητής όχι μόνο δεν πρόδωσε την εμπιστοσύνη του δασκάλου και μέντορα αλλά προσπάθησε και μάλιστα με επιτυχία να αποδείξει ότι τα αποτελέσματα της ακαδημαϊκής εργασίας και έρευνας στο σύγχρονο ανταγωνιστικό περιβάλλον της παγκοσμιοποιημένης αγοράς μπορεί να συγκροτούν μια κερδοφόρα δραστηριότητα.
Για παράδειγμα, το 1996 ο Ηλίας Μόσιαλος ίδρυσε το LSE Health, το οποίο σήμερα είναι το μεγαλύτερο ερευνητικό κέντρο του LSE που έχει την δυνατότητα από τα ίδια κεφάλαια του να χρηματοδοτεί προγράμματα και υποτροφίες, την ίδια στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του προέρχεται από την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε διεθνείς οργανισμούς και κυβερνήσεις στα πέρατα του κόσμου. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο κ. Μόσιαλος επέτυχε να εδραιώσει την διεθνή του παρουσία – σήμερα είναι συν-διευθυντής του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Συστημάτων και Πολιτικών Υγείας, ένα σημαντικό ερευνητικό κέντρο ανάλυσης μεταρρυθμίσεων συστημάτων υγείας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, της Παγκόσμιας Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, και των κυβερνήσεων του Βελγίου, της Φιλανδίας, της Νορβηγίας, της Σλοβενίας, της Ισπανίας, και της Σουηδίας- αλλά και ένας απαραίτητος και αναγκαίος συνομιλητής κυβερνήσεων και πολιτικών με μεγάλη ατζέντα επαφών, γνωριμιών και σχέσεων. Άλλωστε, ένας αρκετά μεγάλος αριθμός πρώην φοιτητών του κ. Μόσιαλου έχουν αξιοποιηθεί σε κρίσιμα πόστα στις χώρες καταγωγής τους.

Ο "Ρηγάς" που έγινε συνεπής σοσιαλδημοκράτης



Επιπλέον, η ενασχόληση με αυτά τα αντικείμενα έδωσαν την ευκαιρία στον νέο υπουργό Επικρατείας να γνωρίζει εκ των έσω τι σημαίνει διαμόρφωση και διαχείριση budget (από μια πανεπιστημιακή σχολή μέχρι ένα Εθνικό Σύστημα Υγείας και ένα κρατικό προϋπολογισμό) αλλά και εκπόνηση και εφαρμογή Στρατηγικών Σχεδίων με ξεκάθαρους στόχους και προσδοκίες. Η δυνατότητα του αυτή φαίνεται πως ήταν εκείνο το στοιχείο που τον «έδεσε» με τον Αλέκο Παπαδόπουλο με τον οποίο συνεργάστηκαν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2000 όταν ο Ηπειρώτης πολιτικός με την καθολική αναγνώριση για το ήθος και την αποτελεσματικότητα του ανέλαβε το υπουργείο Υγείας. Οι δυο άνδρες διατηρούν όχι μόνο επαφή αλλά και μια στέρεα προσωπική και πολιτική φιλία. Μια προσωπική και πολιτική φιλία ανάμεσα σε δυο μετριοπαθείς του πολιτικού φάσματος, ο ένας από το Κέντρο και ο άλλος από την (ανανεωτική) Αριστερά.
Ο σημερινός υπουργός Επικρατείας – που έγινε βουλευτής μόλις το 2009 με τη σημαία του Πασοκ- είναι ένα από τα πνευματικά παιδιά του αείμνηστου Μιχάλη Παπαγιαννάκη προερχόμενος από την ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Μάλιστα, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ΄80 ο προερχόμενος από τα Τρίκαλα φοιτητής της Ιατρικής ήταν από τα προβεβλημένα στελέχη της λεγόμενης αριστερής τάσης της νεολαίας του ΚΚΕ εσωτερικού. Μετά την εγκατάσταση του στο Λονδίνο και την εμπλοκή του σε νέα επιστημονικά και ακαδημαϊκά πεδία ο κ. Μόσιαλος μετεξελίχθηκε με συνέπεια σε έναν κλασσικό σοσιαλδημοκράτη – πιο κλασσικός δεν γίνεται όπως λένε και οι φίλοι του.
Ο κ. Μόσιαλος –παρθένος στο ζώδιο που θα σβήσει τα 51 κεράκια στην τούρτα του τον ερχόμενο Σεπτέμβριο- είναι παντρεμένος με την παλιά του συντρόφισσα από το «Ρήγα», την Λίλη Χουλιαράκη (σήμερα επίκουρη καθηγήτρια στο LSE με αντικείμενο τα media) και το ζευγάρι έχει μια κόρη που υπεραγαπούν.