Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Υπαρχουν «Ριχαρδοι» στις Δημοκρατιες της Δυσης;

Μια κριτική πριν 51 ολόκληρα χρόνια ταιριάζει γάντι στη παράσταση του σαιξπηρικού «Ριχάρδου του Γ΄» -με τον Κevin Spacey στον ομώνυμο ρόλο- στη σκηνή του ιστορικού θεάτρου The Old Vic του Λονδίνου. «Φυσικά, η σκηνική ερμηνεία ενός τόσο κολοσσιαίου έργου παρουσιάζει μέγιστες δυσκολίες συνεπώς ένας θίασος δεν επιτρέπεται ν΄ αποφασίσει το ανέβασμά του αν δεν καλοσταθμίσει τις δυνατότητές του. Και πρώτα χρειάζεται ένας πρωταγωνιστής ολκής, που να επωμισθεί τον δυσκολότατο ρόλο του κεντρικού ήρωα».

Το κείμενο υπογράφεται από το συγγραφέα Μ. Καραγάτση με αφορμή το ανέβασμα του σαιξπηρικού δράματος στη σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου και σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή (ο οποίος κράτησε για τον εαυτόν του και το ρόλο του Ριχάρδου).

Και δεν είναι μόνον η προϋπόθεση της ύπαρξης ενός «πρωταγωνιστή ολκής» για ένα επιτυχημένο σκηνικό αποτέλεσμα αλλά και «ο ρεαλιστικός τόνος (…), ο ξεκαθαρισμένος από κάθε άτοπο στόμφο η ρητορισμό». Το στοιχείο αυτό ο Καραγάτσης το πιστώνει στον Μινωτή και είναι ειλικρινής ως προς την κρίση του. Έτσι κι αλλιώς, λίγες γραμμές παρακάτω ο συγγραφέας αποκαλύπτει το ουσιαστικό του ερέθισμα: « Έτυχε προ ετών να δω τον «Ριχάρδο Γ'» στο θέατρο «Όλντ Βηκ» του Λονδίνου, με πρωταγωνιστή τον Λόρενς Όλιβιερ – τον μέγιστο ηθοποιό του καιρού μας. Θέαμα και ακρόαμα συγκλονιστικό! Εκείνο όμως που μου έκανε βαθύτατη εντύπωση ήταν η λιτότης της ερμηνείας. Όπως άνοιξε η αυλαία ο Ριχάρδος Γ' (Λόρενς Όλιβιερ) προχώρησε στο προσκήνιο για να πει τον περίφημο μονόλογο και τον είπε με απόλυτη φυσικότητα, ωσάν να εκμυστηρευόταν τα μυστικά σχέδιά του σε κύκλο φίλων, μεταξύ τυριού και αχλαδιού».

Αν …σβήναμε το χρόνο και αλλάζαμε ονόματα η κριτική του Καραγάτση θα ήταν και πάλι επίκαιρη και κυρίως θα έβρισκε τον στόχο της.Και ως προς την προσέγγιση του σκηνοθέτη Sam Mendes και ως προς την ερμηνεία του Kevin Spacey . Άλλωστε, ο τελευταίος δεν είναι παρά ένας «πρωταγωνιστής ολκής» που με την βοήθεια του φίλου και συνεργάτη Mendes δεν καταφέρνει απλώς να «διερευνήσει την σκοτεινή πλευρά» του ρόλου αλλά να αποδείξει ότι ο σαιξπηρικός «Ριχάρδος» δεν είναι μια φιγούρα του απώτατου ιστορικού παρελθόντος ή ένα από τα χιλιάδες κομμάτια του πάζλ της αγγλικής ιστορίας.

Ο δικός του «Ριχάρδος» - με την συνδρομή του Mendes- είναι ένα αυτοκρατορικό αρχέτυπο που μπορεί να συναντά και να διαλέγεται εποχές και πρόσωπα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους αλλά και τόσο όμοια.

Η έκφραση «αυτοκρατορικό αρχέτυπο» -μια έκφραση κλειδί για την πληρέστερη κατανόηση του στόχου του Mendes- ανήκει σε ένα γνωστό Βρετανό δημοσιογράφο- τον Simon Tisdall, Foreign Affairs Columnist & Assistant Editor της εφημερίδας The Guardian. O Tisdall υπογράφοντας ένα κείμενο με τον τίτλο «Trail of Tyranny» -φιλοξενείται στο πρόγραμμα της παράστασης- προσδιορίζει το πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα του σκηνικού εγχειρήματος. Αλλωστε, το κείμενο του διανθίζεται με φωτογραφίες του Καντάφι, του Μουμπάρακ αλλά και της βορειοκορεατικής κομμουνιστικής δυναστείας των Κιμ έτσι ώστε να μην υπάρχει καμία μα καμία παρανόηση για τους προσανατολισμούς της παράστασης και τις συσχετίσεις που εκείνη παράγει, προβάλλει και υπερασπίζει.

Σε κάθε περίπτωση, η συσχέτιση του «Ριχάρδου» με τον Καντάφι, τον Μουμπάρακ και τους Κιμ δεν είναι μια αυθαίρετη πρωτοβουλία του δημοσιογράφου Tisdall αλλά ένα συστατικό στοιχείο του πυρήνα της προσέγγισης του δίδυμου Mendes- Spacey. Στο πρόγραμμα της παράστασης φιλοξενείται μια συνομιλία των δύο φίλων και συνεργατών – το κείμενο φέρει τον τίτλο «Exploring the dark site»- όπου και οι δύο καταγράφουν με πολύ αναλυτικό τρόπο τις απόψεις τους.

O Mendes υποστηρίζει ότι το δημιούργημα του Σαίξπηρ είναι «ένα από τα πρώτα σπουδαία πορτραίτα των δικτατόρων της σύγχρονης εποχής». Ένα πορτραίτο που αντέχει στο χρόνο και έρχεται να «κουμπώσει» με τις φιγούρες που κοσμούν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, τις φιγούρες του Καντάφι ή του Μουμπάρακ.

Στην ίδια κατεύθυνση ο Spacey επισημαίνει: « Όταν θέτεις τον ρόλο σε ένα σύγχρονο πλαίσιο - και θα μπορούσε στη θέση του να βρεθεί κάποιος που φέρνει στον Καντάφι ή τον Μουμπάρακ- καθίσταται περισσότερο από εμφανές το πόσο πολύ ο Ριχάρδος ο Γ΄ σχετίζεται με τον τύπο της προσωπικότητας του, με τα media και την χειραγώγηση, τις συμμαχίες και τις μικροπρεπείς ζηλοτυπίες. Επιπλέον, ο ίδιος βρίσκει εξόχως συναρπαστικό το γεγονός του τι αντιλαμβάνεται και το τι αποκρυπτογραφεί ένα σύγχρονο ακροατήριο, ακόμη και εάν δεν γνωρίζει και τόσο καλά τον Σαίξπηρ.

Υπερβαίνοντας και τους δύο, ο Tisdall στο δικό του κείμενο αναφέρεται στους παράλληλους βίους του Ριχάρδου και του Καντάφι ως προς την κατάληψη της εξουσίας. Το πραξικόπημα του νεαρού Συνταγματάρχη και των συντρόφων του το 1969 στην Τρίπολη της Λιβύης που κατέληξε στην κατάργηση του βασιλικού καθεστώτος και στην εκδίωξη του βασιλιά Ιντρις παρομοιάζεται με την αιματηρή προσπάθεια του Ριχάρδου και των ευκαιριακών συμμάχων του να καταλάβουν την εξουσία.

Σε κάθε περίπτωση, το δίδυμο Mendes- Spacey μένει πιστά προσηλωμένο στο ίδιο το κείμενο, αφήνοντας κατά μέρος τους πειρασμούς μιας μοδάτης προσέγγισης- έτσι κι αλλιώς, δεν τους χρειάζεται καμιά ένθεση, αλλοίωση ή παράκαμψη. Τα δικά τους σχόλια έχουν να κάνουν τόσο με την ερμηνεία του Spacey όσο και με την ευρύτατη χρήση όλων των διαθέσιμων τεχνολογικών μέσων αλλά και την αξιοποίηση της κινηματογραφικής τεχνογνωσίας– το πανταχού παρών video, οι μεγάλες οθόνες που φέρνουν στο νου τον οργουελικό Μεγάλο Αδελφό, οι υπαινικτικές πινελιές για τα media, τα τσαλιμάκια με την Ιστορία όπως οι τυμπανιστές ως σκηνή από την ναζιστική εποχή ή το κρέμασμα ανάποδα αλά Μουσολίνι στο τέλος της παράστασης που αναγκάζει τον Spacey ως άψυχο κουφάρι του νικημένου Ριχάρδου να αιωρείται στο κενό…

Ο σαιξπηρικός «Ριχάρδος ο Γ’» μια παραγωγή του λονδρέζικου The Old Vic –καλλιτεχνικός διευθυντής του οποίου είναι τα τελευταία χρόνια ο οσκαρικός Kevin Spacey, το νεοϋρκέζικο Brooklyn Academy of Music (BAM) και η εταιρεία παραγωγής Neal Street –στην οποία ο σκηνοθέτης της παράστασης και βραβευμένος στο πλευρό του Spacey για το «American Beauty» Sam Mendes συμπεριλαμβάνεται στον ιδρυτικό της πυρήνα. Η παραγωγή αυτή είναι ενταγμένη σε ένα τριετές πρόγραμμα διατλαντικής καλλιτεχνικής συνεργασίας που «ακούει» στον όνομα The Bridget Project.

Αυτό το project είχε ως κύριο και βασικό χορηγό μια αμερικανική τράπεζα –την Bank of America Merrill Lynch- αλλά και έναν υποστηρικτή ελληνικής καταγωγής:To Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Ο Spacey και με αφορμή αυτό το πρόγραμμα διατλαντικής συνεργασίας αποδεικνύεται πως δεν είναι μόνον ένας επιτυχημένος καλλιτεχνικός διευθυντής στο ιστορικό Old Vic αλλά και ένας manager στον χώρο της διεθνούς αγοράς παροχής υπηρεσιών πολιτισμού με αξιοσημείωτες επιδόσεις.



Αλλά, ας επιστρέψουμε για λίγο στον Καραγάτση και όλα όσα γράφει στην κριτική του για τον Λώρενς Ολιβιέ. Ο συγγραφέας –ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος ενός καθαρόαιμου αστικού μυθιστορήματος στην χώρα μας- επιλέγει να αναδείξει και να προβάλλει το στοιχείο της ερμηνευτικής λιτότητας. Το ίδιο ισχύει και για τον Spacey. Με μόνη διαφορά ότι ο βραβευμένος με Οσκαρ ηθοποιός επιστρατεύει για την επίτευξη αυτής της ερμηνευτικής λιτότητας το ίδιο του το σώμα. Ένα σώμα σμπαραλιασμένο, μια εξ αρχής δύσμορφη παρουσία. Μια ορατή από παντού καμπούρα, ένα πόδι βαλμένο στα …σίδερα και ένα χέρι που γίνεται ένα με το μπαστούνι- όργανο για άμυνα και για επίθεση ανά πάσα στιγμή!!!

Ως έτοιμος από καιρό ο Spacey ήταν αποφασισμένος εξ αρχής να σμπαραλιάσει την Εικόνα του και ως «πρωταγωνιστής ολκής» να αναδείξει το ξεχωριστό Πρόσωπο του έστω και μέσα από ένα ρόλο που ανακαλύπτει τις εωσφορικές διαστάσεις που παράγει η εξάρτηση από την γοητεία της Εξουσίας. Και το ερώτημα είναι ποιος διεκδικεί επάξια την κληρονομία του Εωσφόρου: Ο Ριχάρδος ως persona ή ως φορέας μιας αδυσώπητα καταπιεστικής εξουσίας; Ο συγγραφέας Άγγελος Τερζάκης το 1960 όταν ανεβαίνει η παράσταση του Μινωτή είναι ο διευθυντής του Δραματολογίου του Οργανισμού Εθνικού Θεάτρου και γράφει ένα εκτεταμένο κείμενο –φιλοξενείται στο πρόγραμμα της παράστασης- όπου μεταξύ άλλων επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει την μορφή του Ριχάρδου. Ο Τερζάκης –συντηρητικός φύσει και θέσει- παραμένει σταθερά προσηλωμένος στην ερμηνεία της «εωσφορικής μορφής». «Η εκπληκτική σύλληψη της τραγωδίας αυτής είναι η κεντρική μορφή της. (…) Ν' αναλύσει κανένας στα συστατικά της στοιχεία τη μορφή του Ριχάρδου δεν είναι βέβαια, θεωρητικά, δύσκολο. Εκείνο ωστόσο που θα διαπιστώσει ο μελετητής στο τέλος με βαθιά του απορία, είναι τούτο: Πως όλη αυτή η ανάλυση, με οσοιδήποτε ευσυνειδησία, οξυδέρκεια, κι' αν γίνει, δεν θα καταφέρει τελικά να εξακριβώσει την πραγματική φύση του μυστηρίου. Του μυστηρίου της σκοτεινής γοητείας που αποπνέει η εωσφορική αυτή μορφή».

Η «εωσφορική μορφή» –από μόνη της δεν αντέχει στην έκθεση στο πραγματικό κόσμο- και κυρίως δεν μπορεί να λειτουργήσει ως όχημα για τις επιλογές του διδύμου Mendes- Spacey. Στο πάνθεον του η «εωσφορική μορφή» είναι περισσότερο ένας ιδιότυπος serial killer στα ενδότερα της εξουσίας χωρίς εξ ανάγκης με χέρια βαμμένα στο αίμα…

Ας επιστρέψουμε όμως για λίγο στον Τερζάκη και στο ιστορικό πλαίσιο που αποτυπώνει: «Είναι τα ματοβαμμένα περιστατικά που τερματίζουν τον Πόλεμο των δύο ρόδων. Με άσπρο τριαντάφυλλο για έμβλημα του ο οίκος των Γιόρκ, με κόκκινο ο οίκος των Λάνγκαστερ, αλληλοπολεμιόνται και ξεσκίζουν στο μάκρος τριάντα χρόνων την Αγγλία. Στο ξεκίνημά τους
Λάνγκαστερ και Γιόρκ ήταν μια και μόνη οικογένεια: οι Πλανταγενέτες. Ο Ριχάρδος, δούκας του Γκλόστερ, τελευταίος Πλανταγένετης, θ' ανέβει στο θρόνο με τ' όνομα Ριχάρδος ο Γ', ύστερα από μια σειρά εγκλήματα, και θα πέσει το 1485 στη μάχη του Μπόσγουωρθ, παραχωρώντας τη θέση του στον νικητή του, τον Ερρίκο του Ρίτσμοντ, πρώτο βασιλέα από τον οίκο των Τύδωρ». Και όμως ο Mendes προτιμά να μην θυμάται το ιστορικό πλαίσιο του Πολέμου των Δύο Ρόδων και οτιδήποτε καθηλώνει τον Ριχάρδο του ως κομμάτι της ιστορίας του νησιού ή της ιστορίας της μοναρχίας. Ο ίδιος προτιμά ο Ριχάρδος του νε έχει και να επιδεικνύει την εξωστρέφεια και την διαχρονικότητα του αλλά και την πεποίθηση του ότι όλα ξεκινούν και γυρίζουν γύρω από το αδυσώπητα σκληρό power game…
Αλλά, ας προσπαθήσουμε να διαβάσουμε ξανά τον Τερζάκη: «Δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με το αίνιγμα των ελατηρίων, καθώς στον Ιάγο, η και- σ' άλλο επίπεδο- στον Άμλετ. Τα ψυχολογικά ελατήρια του Ριχάρδου είναι πολύ σαφή,
τα έλαφρυντικά του επίσης. Τα τελευταία, συνοψίζονται σε τούτο: Φοβερά αδικημένος από τη Φύση στο κορμί του, έχει εξ' άλλου απόλυτη, δικαιολογημένη επίγνωση της διανοητικής του υπεροχής μέσα στον κόσμο του και στην εποχή του. Νιώθει πως οι εσωτερικές του δυνατότητες τον προορίζουν για τα μέγιστα. Και αρνείται να παραδεχτεί τα όσα εμπόδια, συμπτωματικά, αράδιασε η τύχη μπροστά στα βήματα του. Η αντινομία ανάμεσα στη σωματική του διάπλαση και στις
ουσιαστικές του ικανότητες δημιουργεί μέσα του την ανταρσία, τον εξερεθίζει. Απομονωμένος, εξ' αιτίας της πρώτης, από το υπόλοιπο ανθρώπινο γένος, που το περιφρονεί εξ΄ αιτίας της δεύτερης, παίρνει στάση εχθρική απέναντι σ' όλους και σ' όλα. Από εκεί και πέρα, κάθε μέσο του είναι πρόσφορο. Έχει τοποθετήσει τον εαυτό του έξω από τα μέτρα της κοινής ηθικής, όπως η Φύση τον τοποθέτησε έξω από την κοινότητα των ανθρώπων».

Η κλασσική –σχεδόν μουσειακή- προσέγγιση του Τερζάκη δεν έχει σχέση με το εγχείρημα των Mendes- Spacey. Στην σκηνή του λονδρέζικου Old Vic o Spacey είναι πάνω απ΄όλα ένας μάχιμος διανοούμενος των καιρών που ανά πάσα στιγμή καταφέρνει να ισορροπεί με αξιοθαύμαστο τρόπο μεταξύ της καλά εδραιωμένης παράδοσης που άφησαν πίσω τους παρακαταθήκη οι μεγάλες ερμηνείες των σαιξπηρικών ρόλων –για παράδειγμα η ερμηνεία του Λώρενς Ολιβιέ στο ίδιο θέατρο- αλλά και της στοχευμένης πολιτικής ματιάς του σκηνοθέτη, την οποία αποδέχεται και υπηρετεί. Στο σημείο αυτό θα είχε πιθανότατα θέση άλλη μια επισήμανση του Τερζάκη: «Υπάρχει μια κλασική σχεδόν χροιά στην ιδέα αυτή της εμμονής του κακού από γενιά σε γενιά, και δεν θα ήταν ίσως υπερβολικά παράτολμο να φανταστεί κανένας πως ο μέγας ελισαβετιανός
ακολουθούσε εδώ μια αρχαία ελληνική τραγική αντίληψη, μεταφερόμενη στον κόσμο του από τον Σενέκα. Ούτε λείπουν από το έργο τα σημάδια κάποιας- έμμεσης και μακρινής έστω- κλασικής επιρροής. Το πρόσωπο της Μαργαρίτας, που μέσα σε μια φρικτή ακινησία συμβόλου σχεδόν, καταριέται και προφητεύει, έχει κάτι το παράδοξα κι έντονα αρχαϊκό. Όπως και ο εναρκτήριος μονόλογος του ήρωα, που θέτει με παρρησία κατηγορηματική το κεντρικό θέμα του έργου
για να προχωρήσει στην ανάπτυξή του- τη δράση- δίχως χρονοτριβή, θυμίζει πρόλογο του Ευριπίδη. Ποτέ ίσως δεν θα μάθουμε ίσα με ποιο ακριβώς σημείο οι μεγάλοι ελισαβετιανοί
δέχονταν και αφομοίωναν το αρχαίο ελληνικό δίδαγμα η και ίσα με ποιο σημείο το απέκρουαν συνειδητά, για χάρη της αισθητικής του καιρού τους...».


Το ερώτημα, πάντως, πέρα από τα προφανή με τις συσχετίσεις του Ριχάρδου με τους κάθε λογής Καντάφι, Μπουμπάρακ και Κιμ είναι ένα και αρκετά προκλητικό: Που κατοικούν σήμερα ο Ριχάρδος και τα σύνθετα παράγωγα προϊόντα του στις Δημοκρατίες της Δύσης; Επιπλέον, δε μερικά συμπληρωματικά ερωτήματα: Με τι ασχολούνται; Σε ποιο βαθμό επηρεάζουν δίχως την απειλή του αίματος τις δημόσιες υποθέσεις και τι είναι για αυτούς η έννοια του δημόσιου συμφέροντος;

Πιθανότατα, απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα θα έδιναν με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο και οι δύο συντελεστές της παράστασης του προγράμματος διατλαντικής καλλιτεχνικής συνεργασίας The Bridge Project αν τους είχαν προλάβει τα γεγονότα με την εφημερίδα News of the World συμφερόντων της οικογένειας Murdoch.

Ίσως, μια πρώτη απάντηση είναι το στήσιμο της σκηνής με τους πολίτες στο μετρό να κρέμονται από τις χειρολαβές και να διαβάζουν τα νέα που καταφθάνουν από το παλάτι -ως ένας χορός αρχαίου δράματος- και με τα «συννεφάκια» - το σήμα κατατεθέν της βρετανικής τηλεοπτικής παραγωγής- για φόντο…

[το κειμενο γραφτηκε τον περασμενο Ιουλιο και φιλοξενηθηκε μετα απο προτροπη και ενθαρρυνση του φιλου Ηλια Κανελλη στο μηνιαιο περιοδικο the book's journal - τευχος 10,Αυγουστος 2011]

Ο καπετανιος της …Πιστεως!!!



Μια ζωή ανάμεσα στο «εμπόριο του χρήματος» και την «ευαισθησία των χρωμάτων».

Ένα πορτραίτο του επικεφαλής της Alpha Bank Γιάννη Κωστόπουλου.


Αύγουστος του 1999. Ο «καύσωνας» της Σοφοκλέους έχει μεταφερθεί με απροσδιόριστη ταχύτητα χιλιόμετρα μακριά και δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστο και το γραφικό Φισκάρδο, το μικρό λιμανάκι στα βόρεια της Κεφαλονιάς. Εκεί, έχει «δέσει» με την άνεση του έμπειρου ιστιοπλόου ο κ. Γιάννης Κωστόπουλος που προσπαθεί να «επιβιώσει» με όσες αντοχές διακριτικότητας διαθέτει από την κατάληψη της προκυμαίας που έχουν πραγματοποιήσει οι νεόπλουτοι «σκαφάτοι»….
Ο ίδιος έχοντας στο πλευρό του, την σύντροφο του Ειρήνη Μολφέση , δίχως συνοδεία φουσκωτών και … αυλικών παντός είδους περνά σχεδόν απαρατήρητος ανάμεσα στο πλήθος. Άλλωστε, εκείνο το αυγουστιάτικο βράδυ όλοι, μόνιμοι κάτοικοι και επισκέπτες, ασχολούνται με τις παρέες των «επωνύμων αστέρων των limit up» που συναγωνίζονται η μια την άλλη σε …θόρυβο και οι αρχηγοί τους συμπεριφέρονται σαν κακομαθημένα πλουσιόπαιδα που αγωνιούν για να ξοδεύσουν και το τελευταίο κέρμα από το χαρτζιλίκι των γονιών τους…
Από αυτήν την εικόνα της άσκοπης επίδειξης πλούτου και δύναμης ο κ. Κωστόπουλος εκείνη την αυγουστιάτικη βραδιά στάθηκε μακριά συνεπής με μια φιλοσοφία και στάση ζωής. Το μόνο που επέτρεψε στον εαυτόν του ήταν ένα σχόλιο: «Άλλα ήθη…».
Ε, ναι «άλλα ήθη» από τα δικά του. Από εκείνα πουεπιτρέπουν να τιμάς (και δημοσίως) φιλίες , φίλους και συνεργάτες, να αναγνωρίζεις (και δημοσίως) «ανθρώπων έργων» και απονέμεις (και δημοσίως) εύσημα …
Δεν είναι τυχαίο που ο κ. Κωστόπουλος από το πάνελ της πρόσφατης συνέντευξης τύπου για την «αναγγελία του γάμου» μεταξύ Alpha και Eurobank δεν παρέλειψε να τιμήσει την συνεισφορά του «Νέστορα» της τραπεζικής επενδυτικής, του κ. Γιώργου Γόντικα αλλά και να αναφερθεί στην πολύχρονη –κοντά μισό αιώνα- φιλία του με τον μέχρι τούδε, πρόεδρο της Eurobank κ. Τίμο Χριστοδούλου. Όπως επίσης δεν είναι καθόλου τυχαίο πως ο κ. Κωστόπουλος σήκωσε το τηλέφωνο και ενημέρωσε την σύζυγο του αείμνηστου Θόδωρου Καρατζά και προσωπική του φίλη, την κα Όλγα Καρατζά για το αίσιον τέλος των διαπραγματεύσεων και το ευτυχές γεγονός της επικείμενης συγχώνευσης. Άλλωστε, αρκετά στελέχη του τραπεζικού κλάδου αλλά και δημοσιογράφοι θυμούνται πως ο κ. Κωστόπουλος ήταν από τους πρώτους που έσπευσαν στα εγκαίνια του νέου διοικητικού μεγάρου της Εθνικής Τράπεζας επί της Οδού Αιόλου, δίπλα στο παραδοσιακό συγκρότημα, ασχέτως του αν την προηγουμένη κιόλας ημέρα είχε ανακοινωθεί η ματαίωση του σχεδίου της μεγάλης συγχώνευσης Εθνικής-Alpha. Ήταν εκεί για να συμμερισθεί και να συμμετάσχει στην χαρά του φίλου του, που παρέμεινε φίλος του και στα εύκολα και τα δύσκολα!!!
Με άλλα λόγια, ο τρίτης γενιάς τραπεζίτης και σπουδαγμένος ναυπηγός ήταν, είναι και σε κάθε περίπτωση παραμένει αμετακίνητα σταθερός σε αρχές και σε αξίες – χαρακτηριστικός εκπρόσωπος μιας γενιάς επιχειρηματιών που ανδρώθηκε μέσα από τις περιπέτειες της μεταπολεμικής Ελλάδας και στάθηκε υπεράνω των κομματικών αντιπαραθέσεων επιλέγοντας να υπερασπισθεί με την στέρεα συνείδηση του θεσμικού της ρόλου την υιοθέτηση και την προώθηση ενός πλαισίου που συνδύαζε την οικονομική ανάπτυξη με την κοινωνική πρόοδο. Ο ίδιος – όπως και άλλοι εκπρόσωπο της ίδιας γενιάς όπως ο κ. Θεόδωρος Παπαλεξόπουλος και ο κ. Νίκος Στασινόπουλος- δεν ταυτίστηκε με κόμματα και δεν στρατεύθηκε στην υπηρεσία συγκυριακών πολιτικών επιδιώξεων και σχεδιασμών αλλά παρέμεινε πιστός στην αρχή της λαϊκής ετυμηγορίας και δημοκρατικής νομιμοποίησης ακόμα κι όταν φωνές από τον ευρύτερο φιλικό και κοινωνικό περίγυρο φιλοδοξούσαν να αναλάβει ο ίδιος και η τράπεζα που διεύθυνε την ηγεσία του αγώνα υπέρ των συμφερόντων της ιδιωτικής πρωτοβουλίας την εποχή του «βαθέος ΠΑΣΟΚ» τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80.
Ο ίδιος σε κάθε περίπτωση παρέμεινε ψύχραιμος και πραγματιστής, ευγενής και προσηλωμένος σε σταθερές αρχές και αξίες που υπηρετούν την ενότητα και όχι την διαίρεση και τον κατακερματισμό. Ένας συνδυασμός κοσμοπολίτη με ελληνολάτρη που στέκεται πέρα από επιθετικούς χαρακτηρισμούς και στερεότυπα…
Ο 73χρονος σήμερα Γιάννης Κωστόπουλος –γεννήθηκε στην Αθήνα το 1938- μεγάλωσε, δίχως άλλο, σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που «ζούσε» από την τραπεζική δραστηριότητα και «ανέπνεε» με την τέχνη της ζωγραφικής. Ένα οικογενειακό περιβάλλον ανάμεσα στο «εμπόριο του χρήματος» και την «ευαισθησία των χρωμάτων». ‘Αλλωστε, η στενή σχέση αυτών των δύο οικογενειακών συστατικών αντανακλάται δίχως άλλο στην φυσιογνωμία και την δράση του κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου που ίδρυσαν στην επέτειο των 100 χρόνων ζωής της οικογενειακής τράπεζας οι γονείς του Γιάννη Κωστόπουλου, ο Σπύρος και η Ευρυδίκη.
Ο πατέρας του, ο Σπύρος Κωστόπουλος ήταν γιός του ιδρυτή της Τράπεζας Καλαμών- πρόγονος της σημερινής Alpha Bank- Ιωάννη Φ. Κωστόπουλου. Για την ακρίβεια του πράγματος, η τραπεζική δραστηριότητα της οικογένειας ξεκινά το 1879 στην Μεσσηνιακή πρωτεύουσα όταν ο καταγόμενος από το χωριό Σπερχογεία – 9 χιλιόμετρα απόσταση από την Καλαμάτα- Ιωάννης Φ. Κωστόπουλος ιδρύει την ομώνυμη εμπορική επιχείρηση, ενώ το 1918 το τραπεζικό τμήμα του οίκου "Ι. Φ. Κωστοπούλου" μετονομάζεται σε "Τράπεζα Καλαμών".
Το 1924 –την χρονιά που η μοναρχία δίδει την θέση της στο πολίτευμα της προεδρευομένης Δημοκρατίας και μόλις δύο χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή- η έδρα της οικογενειακής τράπεζας μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Τότε, αποκτά το νέο της τίτλο –χωρίς γεωγραφική ή τοπική αναφορά. Με τον τίτλο "Τράπεζα Ελληνικής Εμπορικής Πίστεως", η τράπεζα κατάφερε να επιβιώσει από την ντόμινο της κατάρρευσης των μικρών ιδιωτικών τραπεζών της δεκαετίας του 30.
Τρία χρόνια μετά την Απελευθέρωση από τους Γερμανούς – το 1947- η επωνυμία άλλαζει και πάλι και καθιερώνεται ο τίτλος : "Τράπεζα Εμπορικής Πίστεως". Σε μια μονάδα, σε ένα πόστο αυτής της τράπεζας πρωτοδούλεψε ο κ. Γιάννης Κωστόπουλος το 1963. Είναι η εποχή που ο θείος του, Σταύρος Κωστόπουλος από την παλαιά φρουρά των πολιτευτών των βενιζελογενών Φιλελευθέρων φιγουράρει ανάμεσα στα προβεβλημένα στελέχη της Ενωσης Κέντρου.
Ο θείος του σημερινού προέδρου της Αlpha Bank και επικεφαλής της νεότευκτης Αlpha Eurobank πέραν όλων των άλλων ιδιοτήτων του είχε διατελέσει και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας για ένα μικρό διάστημα, μεταξύ του 1951 και του 1953. Από την θέση του παραιτείται λόγω της διαφωνίας του με τον τρόπο που επιβλήθηκε από την κυβέρνηση Παπάγου –δια χειρός Μαρκεζίνη- η εξαγορά με συγχώνευση της Εθνικής Τράπεζας με την ιδιωτικών συμφερόντων Τράπεζα Αθηνών υπό τον Κωνσταντίνο Ηλιάσκο.
Το 1972 χρονιά μιας ακόμη μετονομασίας της τράπεζας ο 34χρονος τότε Γιάννης Κωστόπουλος εισέρχεται στα ενδότερα της διοίκησης και ένα χρόνο μετά –το 1973- αναλαμβάνει και επισήμως τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή και του διευθύνοντος συμβούλου της "Τράπεζας Πίστεως". Με εκείνον στο τιμόνι της γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη και καθίσταται η πιο εμβληματική παρουσία του ιδιωτικού τομέα στο τραπεζικό χώρο –μετά και την κρατικοποίηση του συγκροτήματος της Εμπορικής Τράπεζας, τότε συμφερόντων του καθηγητή Στρατή Ανδρεάδη το 1975, ένα χρόνο μετά την μεταπολίτευση και την πανηγυρική εκλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή από τις πρώτες μετά από 7 χρόνια κάλπες.
Στο σημείο αυτό χρειάζεται μια παρένθεση προκειμένου να αναδειχθούν ορισμένες συμπτώσεις που δίνουν άλλο νόημα στα γεγονότα της οικονομικής και πολιτικής ζωής. Ο Σταύρος Κωστόπουλος, θείος του Γιάννη Κωστόπουλου, τα βροντάει και φεύγει από την Εθνική λόγω της σκανδαλώδους εύνοιας στο πρόσωπο του επικεφαλής της Τράπεζας Αθηνών Κωνσταντίνου Ηλιάσκου αλλά και στους όρους της συγχώνευσης Εθνικής – Αθηνών. Η Τράπεζα Αθηνών που ανασυστάθηκε την δεκαετία του ΄90 και δάνεισε το όνομα της σε μια άλλη μικρή τράπεζα – την Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως- είναι το όχημα που χρησιμοποίησε η Eurobank για να εισέλθει στο Χρηματιστήριο, την τότε «Σοφοκλέους». Η παραίτηση του θείου αλλά και η ανισότιμη εκείνη συγχώνευση των αρχών της δεκαετίας του ΄50 είχαν σε μεγάλο βαθμό καθορίσει και την προσέγγιση του ίδιου του επικεφαλής της Alpha Bank απέναντι στις προξενιά και τα λογοδοσίματα των τραπεζικών εξαγορών και συγχωνεύσεων του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ΄90 όταν αναπτύχθηκε και τεκμηριώθηκε η θέση για τις «δυόμιση τράπεζες»…
Επιπλέον, η ανάπτυξη της τότε «Τράπεζα Πίστεως» βοηθήθηκε και από το «πέρασμα» του συγκροτήματος της Εμπορικής Τράπεζας από τον ιδιώτη Στρατή Ανδρεάδη στις αγκάλες του κράτους αλλά και από την εξαγορά ενός σημαντικού κομματιού αυτού του συγκροτήματος – της Ιονικής Τράπεζας. Η εξαγορά της –που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό και την κατανομή των μεριδίων του τραπεζικού χάρτη τα αμέσως επόμενα χρόνια- έγινε το 1999, ενώ προηγουμένως είχε εξαγοραστεί η εναπομείνασα τράπεζα των Ανδρεάδηδων στο Λονδίνο, η Bank of Near East.
Εδώ κλείνει αυτή η απαραίτητη παρένθεση. Ας επιστρέψουμε στην σχέση του προσοδοφόρου «εμπορίου του χρήματος» με την «ευαισθησία των χρωμάτων». Ο πατέρας φιλότεχνος και η μητέρα, η Ευρυδίκη ζωγράφος. Όπως και η αδελφή – η Άννη- παντρεμένη αρχικά με τον Νίκο Φιλάρετο, συνδέεται πολύ αργότερα με τον πρωτοποριακό Γιάννη Γαϊτη όταν εκείνος επιστρέφει από το Παρίσι στην Αθήνα. Ζωγράφος και η κόρη του, η Δάφνη… Με άλλα λόγια, «σοι το βασίλειο…».
Και αν η κόρη –λίγο κάτω από τα 30 της γλυκειάς ωριμότητας- ακολουθεί το νήμα της γιαγιάς και της θείας στην ζωγραφική, ο κ. Γιάννης Κωστόπουλος μάλλον δεν μπορεί να έχει παράπονο και ο ίδιος… Η Δάφνη Κωστοπούλου φαίνεται να έχει επιλέξει να συνεχίσει και μια άλλη οικογενειακή παράδοση, την παράδοση του «Ωκύαλου». Τα σκάφη αλλάζουν αλλά το όνομα παραμένει το ίδιο για να συμβολίζει την ίδια σταθερή αγάπη του τραπεζίτη αλλά και των απογόνων του για την θάλασσα και την ιστιοπλοΐα.
Ο κ. Γιάννης Κωστόπουλος έχει δύο παιδιά: Εκτός από την Δάφνη υπάρχει και ο Φίλιππος. Η μητέρα της Δάφνης είναι κόρη του αείμνηστου Ελευθερίου Μουζάκη, ιδρυτή και βασικού μετόχου του ομώνυμου ομίλου που ταυτίσθηκε με το σήμα «Κλωσταί Πεταλούδας», ενώ η μητέρα του μικρού Φίλιππου – η Ειρήνη Μολφέση, η τωρινή σύντροφος του Γιάννη Κωστόπουλου- είναι κόρη του ζωγράφου και γλύπτη Ιάσονα Μολφέση και της Καλλιόπης Σμπαρούνη, αδελφή της Καλλισθένης, που δεν ήταν άλλη από την Καλή, την αγαπημένη σύντροφο του Λεωνίδα Κύρκου.
Δύο παιδιά από σχέσεις εκτός γάμου. Ένα γεγονός που θα μπορούσε να σχολιασθεί από ανθρώπους της γενιάς του ως η απόλυτη αντισυμβατική συμπεριφορά. Ένας καλός φίλος του Γιάννη Κωστόπουλου, σχεδόν συνομήλικος του αναλαμβάνει να απαντήσει χωρίς την άδεια του αλλά για λογαριασμό του: «Έτυχε…», απαντά κοφτά αποστρέφοντας με μια χαρακτηριστική κίνηση το πρόσωπο του ως αντίδραση απέναντι σε κάθε ενδεχόμενη υπόνοια ιδεολογικής ή άλλης παρερμηνείας… Μάλιστα, ο ίδιος σπεύδει χωρίς χρονοτριβή να προσθέσει: «Άλλωστε, ποιος σου είπε πως ο Γιάννης Κωστόπουλος δεν έχει περάσει το κατώφλι της εκκλησίας με παπά και με κουμπάρο;». Για του λόγου το αληθές, η Ντόλλυ-θυγατέρα του ναυάρχου Σαρρή- ήταν και παραμένει η μοναδική έως τώρα σύζυγος του.

[Το κειμενο δημοσιευθηκε στην εφημεριδα ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ - Κυριακη 4 Σεπτεμβριου 2011]